blog



Η αποκοτιά δε φτάνει

E-mail Εκτύπωση PDF

[του Θανάση Σκαμνάκη]

«Εκείνη τη χειμωνιάτικη νύχτα που τρεις αντάρτες προσπαθούν να περάσουν έναν φουσκωμένο ποταμό. Πιάνονται ο ένας πίσω από τον άλλο και προχωράνε. Αλλά ο ποταμός είναι ορμητικός, τους φτάνει ως το λαιμό κι ακόμα πιο ψηλά το νερό. Αποσπάται τότε ο ένας και πιασμένος σ’ ένα κλαδί δίνει ώθηση στο σώμα του και σαλτάρει απέναντι. Ύστερα βρίσκει ένα μεγάλο κλαδί και τους το στέλνει, κρατώντας το αυτός γερά απ’ τη μεριά του, να πιαστούν και να προχωρήσουν. Αλλά δεν τα καταφέρνουν γιατί η ορμητική στάθμη του νερού το ανασηκώνει και δεν προλαβαίνουν να το πιάσουν. Παλεύουν οι δυο τους στο νερό, κινδυνεύουν να πνιγούν, σέρνοντας ο ένας τον άλλο στον πάτο. Με τα πολλά, μπόρεσαν να γυρίσουν πίσω, εφόσον αδύνατον να ακολουθήσουν τον σύντροφό που είχε περάσει απέναντι. Και τότε ακούνε μια φωνή, ποιοι είστε, μωρέ, είντα κάνετε επαέ τέθοια ώρα, γειάντα φωνάζετε; Του εξηγούν πως θέλουν να περάσουν απέναντι, αλλά τους δυσκολεύει ο κερατένιος ο ποταμός. Α μωρέ, κακομοίρικοι, και μισή ώρα πιο κάτω από δω είναι η γέφυρα! Τον ρωτήσανε κι αυτοί ποιος είναι. Τους είπε με καμάρι πως είναι ζωοκλέφτης και φυλάει πιο κει τα κλεμμένα του, μην έρθει ο τάδε ζωοκλέφτης και του τα πάρει. Αποχαιρετιούνται και πάνε λίγο παρακάτω να περάσουν απ’ τη γέφυρα τον ποταμό. Ε κι είντα πάθανε, βραχήκανε, μα δεν είναι και πράμα, σε λιγάκι θα ’ναι στο χωριό τους, θα τηγανίσουνε δυο τρία αυγά, μ’ ελιές και παξιμάδι και κρασί, αύριο θα ’ναι μια χαρά. Συμπέρασμα; Έπρεπε ή δεν έπρεπε να γνωρίζουν τα κατατόπια του ποταμού; Εφόσον δεν ήταν ένας άγνωστος ποταμός, ο δικός τους ξεροπόταμος ήταν που φούσκωνε κάθε χειμώνα. Έπρεπε. Κι έπρεπε μετά το πάθημά τους να αναλογιστούν τι πάνε να κάνουν; Έπρεπε. Επομένως τι; Να τους θαυμάσεις για την αποκοτιά τους να χώνονται στα ορμητικά νερά ή να τους ψέξεις γιατί προχωρούν στα κουτουρού; Απάντηση δεν έχει. Η γέφυρα όμως ήταν εκεί.»

Η ιστορία είναι παρμένη από το τελευταίο μυθιστόρημα της Μάρως Δούκα Έλα να πούμε ψέματα. Κι επειδή ουσιαστικά το βιβλίο αυτό είναι μια μελέτη της Αριστεράς και των αντιφάσεών της, μ’ έναν τρόπο σαν να συμπυκνώνει ένα μεγάλο κεφάλαιο της ιστορίας του προεμφυλιακού, του εμφυλιακού και μετεμφυλιακού κλίματος. Κι επειδή η τέχνη δεν λυπάται ούτε τους νεκρούς ούτε τους ζωντανούς, είναι σαν κάτι να λέει για τα σημερινά δεινά μας και τις συνήθειες. Κι έτσι που καμαρώνω μερικές φορές την αποκοτιά μας, σκέφτομαι πιο συχνά ένα κουτουρού, που έρχεται από το παρελθόν και μας ορίζει, αλλά δεν δικαιώνει κανέναν.

Μήπως να μελετήσουμε προσεκτικά τα κατατόπια του ποταμού;


[δημοσιευμένο στην εφημερίδα Πριν, 05.10.14]

οι Αθηναίοι: Μάγια Λυμπεροπούλου

E-mail Εκτύπωση PDF

[λόγια της Μάγιας Λυμπεροπούλου για τη στήλη Οι Αθηναίοι]

Γεννήθηκα στα Πατήσια. Εκεί έμεινα για πολλά χρόνια. Κατάγομαι από καλή οικογένεια, από εμπόρους σιτηρών που δραστηριοποιούνταν στη Βουλγαρία, αλλά με τους Βαλκανικούς Πολέμους γύρισαν στην Ελλάδα. Μετά τη θητεία μου στην Πάτρα, γύρισα στα Εξάρχεια, όπου μένω τα τελευταία 20 χρόνια. Μου αρέσει που η πλατεία έχει δοθεί στους κατοίκους και υπάρχουν όλοι αυτοί οι σύλλογοι.

Σχολείο πήγα στο Πιρς, όταν ήταν στο Ελληνικό. Ήταν μια εξαετία ('51-'57) που είχε πολύ καλούς καθηγητές. Μάλιστα, με δυο-τρεις συμμαθήτριές μου μας έχει πιάσει μανία να βρούμε το βιογραφικό της διευθύντριας. Γιατί τη δεκαετία του '50, αμερικανικό σχολείο να προσλαμβάνει Αριστερούς καθηγητές ήταν κάτι το πολύ εξαιρετικό. Το θέατρο και η τέχνη ήταν στην ημερησία διάταξη. Εκεί είδαμε τον Ερρίκο τον 5ο του Λόρενς Ολίβιε. Το σχολείο τότε αυτοδιοικούνταν. Δεν περίμενα να έρθει το ΠΑΣΟΚ για να μάθω τι εστί αυτοδιοίκηση. Το κυριότερο ήταν ότι η γνώση δεν ήταν συνώνυμο της ανίας. Ήταν περιπέτεια. Γι' αυτό σήμερα λογιάζω πως είναι πάρα πολύ σοβαρή ευθύνη το να διδάξεις.

Στην αρχή μπήκα στη Νομική, όπως όλα τα καλά παιδιά. Παράλληλα, μπήκα και στον Κουν. Πήγα κρυφά από τους γονείς μου. Ήταν τέτοια η εποχή, που ήταν τερατώδες να δηλώσεις στο σπίτι σου ότι θα γίνεις ηθοποιός. Όταν αργότερα έλεγαν συγχαρητήρια στη μητέρα μου για τις παραστάσεις μου, απαντούσε: «Εμείς δεν το θέλαμε καθόλου. Ο κύριος Κουν επέμενε».

Το να γίνεσαι από μαθήτρια πρωταγωνίστρια μέσα σε μια μέρα ήταν ένα χαρακτηριστικό του Θεάτρου Τέχνης. Ήταν η σεζόν '58-'59, ο Φέρτης πρωταγωνιστούσε στην Ηλικία της νύχτας, όπου οι δάσκαλοι έλεγαν μόνο πέντε έξι ατάκες, κι εγώ στο Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι. Ο Κουν πάντα έπαιρνε νέους ανθρώπους και τους έδινε πρώτους ρόλους κατευθείαν. Αυτό δεν σημαίνει πως νομιμοποιούνταν ως πρωταγωνιστές. Στον πρώτο μου ρόλο ιδέα δεν είχα. Στη δέκατη πρόβα έκλαιγα κι έλεγα «αφήστε με να πάω σπίτι μου». Μετά από πέντε χρόνια κατάλαβα γιατί ο Κουν στεκόταν στην κουίντα, είκοσι λεπτά μετά την έναρξη του έργου, και με κράταγε από τους ώμους.

Η ηλικία των 19 ετών για μια κοπέλα εκείνης της δεκαετίας δεν είναι όπως τώρα. Θα έλεγα ότι παραμέναμε περισσότερο καιρό κοριτσάκια. Από τότε έχουν μεσολαβήσει και κάποιες «επαναστάσεις»: των λουλουδιών, σεξουαλικές. Μιλάμε για μισό αιώνα πίσω. Είμαι πενήντα δύο χρόνια στο κουρμπέτι. Ώρες-ώρες μου φαίνεται τερατώδες, άλλες μου φαίνεται σαν χθες. Τώρα, επειδή συναναστρέφομαι με νέους, όταν ξαφνικά ακούω να με ρωτάνε ποιος ήταν ο Λαζάνης σοκάρομαι προς στιγμήν. Αν έχω χρόνο, απαντάω.

Ο Κουν ήταν μοναδικός. Ένας άνθρωπος συνεσταλμένος εκτός πρόβας αλλά και ταυτόχρονα τρομερά γοητευτικός. Άλλαξε τα πάντα στο ελληνικό θέατρο. Ένα πολύ απτό παράδειγμα είναι το Υπόγειο, που ανάμεσα στις δυο κολόνες του έχει ένα διάστημα 8,5 μέτρων και θεωρούνταν «τρύπα» όταν έγινε. Το πρώτο κυκλικό, το πρώτο που άλλαξε την τυπολογία του ηθοποιού, το ρεπερτόριό του. Τώρα συνειδητοποιώ πως τότε εμφανίστηκαν οι πρώτοι άρρενες ηθοποιοί με λαϊκό physique. Άλλαξαν τα υφάσματα. Από τα καπέλα της κυρίας τάδε ραμμένα στον οίκο της κύριας τάδε φτάσαμε, με Τσαρούχη και Χατζιδάκι, να υπάρχουν στη σκηνή το ντρίλι και η φανέλα. Πάνω απ' όλα, όμως, το ρεπερτόριο. Δεν μπορείτε να φανταστείτε το σοκ όταν γίνονταν για πρώτη φορά αναγνώσεις του Πίντερ, του Ιονέσκο, του Μπέκετ. Βασίλευε άκρα του τάφου σιωπή. Γι' αυτό τότε υπήρχαν με σαφήνεια δύο σχολές: του Εθνικού και του Θεάτρου Τέχνης.

Οι δραματικές σχολές είναι σήμερα πολλές και δραματικές με την κακή έννοια. Θα μας γράψουν σε λίγο στο Γκίνες ως χώρα για το πλήθος των ηθοποιών που βγάζουμε αναλογικά με τον πληθυσμό μας. Δεν είναι επαγγελματικό αυτό. Δεν υπάρχει άσκηση. Δεν είναι κάθομαι και σκέφτομαι να γράψω. Όλες αυτές οι ομάδες που μαζεύουν λεφτά από άλλες δουλειές για να ανεβάζουν παραστάσεις, κάτι που για μένα είναι σπαραξικάρδιο εξαιτίας της νιότης, μπορεί να έχουν μια φρεσκάδα αλλά δεν έχουν τη δυνατότητα να γίνουν επαγγελματικές. Δεν μπορούμε να μιλάμε σήμερα για τέχνη την ώρα που έχει γίνει αποεπαγγελματοποίηση του θεάτρου.

Πολλοί ξεχνάμε σήμερα ότι το Υπόγειο από το 1954 μέχρι έναν χρόνο πριν φύγω (1970) ήταν ένας ιδιωτικός, μη επιχορηγούμενος θίασος. Δουλεύαμε χειμώνα-καλοκαίρι για να επιβιώσει, με τόλμη, βέβαια, εκ μέρους του Κουν, που ανέβαζε έξι έργα τη σεζόν. Να πηγαίνει ένα έργο φουλαριστό και να ξέρουμε ότι το επόμενο, που ήταν Ιονέσκο, θα πήγαινε χαμένο. Το κατέβαζε χωρίς να περιμένει το υπουργείο, ώστε να πάρει κάποια επιχορήγηση. Έτσι, ένας νέος ηθοποιός πάνω στη δεκαετία είχε παίξει ήδη σε σαράντα ρόλους, σε δώδεκα παραστάσεις την εβδομάδα. Καμία σχολή δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Το θέατρο μαθαίνεται επί σκηνής.

Το Θέατρο Τέχνης το έλεγαν τότε «τρύπα». Σήμερα κάθε λουτροκαμπινές λέγεται θέατρο. Είμαστε η μοναδική χώρα που έχει μηδαμινή εμπειρία από ιταλική σκηνή. Ένας από τους λόγους που πήγα τώρα στο Εθνικό ήταν η ιταλική σκηνή. Το μοναδικό που μου λείπει και από το θέατρο «Απόλλων» στην Πάτρα. Στην Ευρώπη ξεκίνησαν από τις ιταλικές σκηνές, τα θεωρεία και τις αυλές και μετά πήγαν στις μπαρουταποθήκες.

Όταν πήγα στη Γαλλία το 1971 πίστεψα ότι δεν θα ξανακάνω «θέατρο». Έγινα επαγγελματίας θεατής, σπούδασα κινηματογράφο και δούλεψα στην Ολυμπιακή Αεροπορία, στις κρατήσεις θέσεων. Έφυγα από τον Κουν τριάντα χρόνων, που είναι και η καλύτερη εποχή για μια γυναίκα ηθοποιό. Αισθάνθηκα ότι αναπαρήγαγα τη σκηνική εικόνα του εαυτού μου. Όσο και να αγαπούσα το θέατρο, δεν μου έλειψε καθόλου. Οφείλω πολλά στη Γαλλία, γιατί αυτή η εξαετία μετέτρεψε την εμπειρία του Θεάτρου Τέχνης από βιωματική σε συνείδηση.

Επιδίωξα κι εγώ στις δουλειές μου το θέατρο συνόλου. Και σύνολο σε μια παράσταση δεν σημαίνει να λένε όλοι τον ίδιο αριθμό συλλαβών. Ποτέ δεν ένιωσα ανταγωνιστική. Δεν μου βγήκε. Καμιά φορά μου λένε τα νέα παιδιά: «Κυρία Μάγια, δεν έχουμε πρότυπα. Τι να κάνουμε;». Να επινοήσετε μια ηθοποιό στην Αλάσκα που κάνει της Παναγιάς τα μάτια και να μετρηθείτε με αυτήν. Επινοήστε. Όσο καλά και να κάνεις κάτι, πάντα θα υπάρχει κάποιος καλύτερος.

Δεν ανέχομαι κάποιον να λέει πως οι διανοούμενοι σιωπούν, τη στιγμή που δεν τους ζήτησαν ποτέ τον λόγο. Μην ξεχνάτε ότι είμαστε η χώρα που έχει επινοήσει τον όρο «κουλτουριάρης» κατά το «ψωριάρης». Αν μπεις στα sites και τα μπλογκ, θα δεις πως ζούμε τον φασισμό της γνωμούλας. Άλλο κρίση κι άλλο γνώμη. Ο ελληνικός χώρος έχει μια τάση στο κουτσομπολιό και αυτό έχει γιγαντωθεί τρομακτικά. Με τρομάζει που μερικοί το εξισώνουν με τη γνώση. Δικαιούσαι να μη σου αρέσει κάτι, αλλά να το εξισώνεις με ό,τι δεν είναι καλό επειδή δεν αρέσει σ' εσένα, αυτό είναι αμάθεια.

Από μένα δεν περιμένω πια πολλά πράγματα. Καλά γεράματα. Να μην έχω την ξεφτίλα μιας αρρώστιας. Αυτήν τη στιγμή πρέπει να υπάρξει αντοχή από όλους και επινόηση για τους νεότερους.


[δημοσιευμένο από τον Σταύρο Διοσκουρίδη στη LiFO, 02.03.11]

Δύο κύματα δρόμος

E-mail Εκτύπωση PDF

Οι άνθρωποι που εξαιτίας τους αγάπησα τη θάλασσα

[του Ηλία Παυλόπουλου]

Ποτέ μου δεν συμπάθησα ιδιαίτερα τη θάλασσα. Θες γιατί ήμουν παχουλός και ντρεπόμουν να περιφέρω τα πάχη μου τα κάλλη μου, θες γιατί ό,τι εξίταρε το αταβιστικό μου γίγνεσθαι, το είχα συνδέσει ειμαρμένα με δάση, ξωτικά και βουνοκορφές, θες γιατί τα χωριά όπου εξέδραμα τα ανυπόφορα καλοκαίρια της πρώτης νιότης μου βρίσκονται σε υπώρειες βουνών, θες ότι πίεσα τον εαυτό μου το καλοκαίρι πέμπτης προς έκτη δημοτικού να διαβάσει ένα εξωσχολικό βιβλίο (όπως είχε πει ο δάσκαλος) και θες γιατί αυτό το βιβλίο που βρήκα στη βιβλιοθήκη του πατέρα μου ήταν «Ο Ωκεανός» του Ηλία Βενέζη που ποτέ δεν το τελείωσα. Θες γιατί διάβασα μεγαλώνοντας το «Γέρος και η θάλασσα» , που δεν το λες και καμιά πετυχημένη προπαγάνδα υπέρ του ενάλιου κάλλους. Θες, θες, θες. Δεν το είχα και πολύ με τη θάλασσα.

Μεγαλώνοντας τη συμπάθησα. Και σίγουρα όχι εξαιτίας εκείνων των ευφάνταστων γουολπέιπερς που καδράρουν όλοι στα πισιά τους και φαντασιώνονται ατέρμονες αποδράσεις απ” τη δουλεία της δουλειάς. Αγάπησα τη θάλασσα εξαιτίας των ανθρώπων που ζουν κοντά σε αυτές. Που ζουν λόγω αυτών. Που ζουν με αυτές. Αγάπησα τη θάλασσα όταν πρωτοπήγα στην Κάλυμνο. Ναι, στην Κάλυμνο (όχι δεν ακολουθεί πουλημένο ριπόρτ από το υπουργείο τουρισμού). Ένα νησί, το οποίο ομολογουμένως δεν φημίζεται για τις «παραδεισένιες» παραλίες του, τουλάχιστον όχι με τα «γραφικά» κριτήρια των τουριστικών οδηγών. Όμως τις ωραίες παραλίες και θάλασσες ίσως να μην τις κάνουν απαραίτητα η δαντελωτή τοπογραφία, τα τουρκουάζ νερά, τα «σωστά» μοχίτα και ο «καλός» νυχτερινός κόσμος.

Ίσως τις ωραίες θάλασσες να τις κάνουν τα ωραία βιώματα μας ξερωγώ, που απλώς έχουν το υγρό μπλε σαν ηχοεικαστικό χαλάκι για τα δικά μας καταστασιακά δρώμενα και για τον «καθορισμό ολοκληρωμένων διασκεδάσεων», έτσι για να απονοηματοδοτήσω και λίγο 'κείνο τον τρελό τον Ντεμπόρ. Ο Nτεμπόρα, O Mores, θα μου πεις και δίκιο θα'χεις.

Για εμένα ας πούμε, την ωραία θάλασσα την κάνει η καλή παρέα του κουμπάρου μου του «Τάληρου», του κωλόφαρδου Κρέοντα, του Κουτσουφιού που χορεύει τον καλύτερο χορό του μηχανικού (και είναι και θρυλάρα), του μαλάκα του Χούλιο (και ας έχω να τον δω στο νησί από τότε που πήρε τελευταία φορά ο βάζελος πρωτάθλημα στη μπάλα) και τόσων άλλων φίλων. Την ωραία θάλασσα την κάνουν επίσης οι ωραίες φιλοσοφικές και μουσικές συζητήσεις μας, που καμιά φορά συγχέονται ντανταϊστικά με μπάλα και μπάσκετ με αποτέλεσμα να πέφτουν και μερικά γαμωσταυρίδια ένθεν και ένθεν.

Τις ωραίες θάλασσες τις κάνουν οι ωραίοι χταποδοκεφτέδες της δεύτερης μάνας μου στο νησί, της Κυρίας Άννας αλλά και το εξαιρετικό φτηνό φαί του Μαμουζέλου, τα 2 στα 4 ποτά που στο τέλος πληρώνεις στο Cantina Rock & Blues, μα που σε κάνει να θες να αφήσει πουρμπουάρ στο θεό Μπάμπουρα και παραπάνω από όσο πραγματικά κοστίζουν. Γιατί νιώθεις ότι σε μερικούς τόπους το χρήμα δεν μετράει μόνο με την μονεταριστική καπιταλιστική λογική. Στην Κάλυμνο δεν υπάρχει το χρήμα. Υπάρχει μόνο η χρήση του. Η έλλογη χρήση του, η οποία διατηρεί τις ανθρώπινες επαφές στο προσκήνιο, χωρίς να χειραγωγεί τις σχέσεις.

Επίσης -για μένα μιλάω πάντα- τις ωραίες θάλασσες-ακρογιαλιές-δειλινά δεν τις κάνει η καλλιτεχνική ματιά και το καλό νετάρισμα ή φλουτάρισμα του φακού του φωτογράφου που τις απαθανατίζει. Αλλά τις κάνει η φωτογραφία στην οποία τραβάς εσύ τον φωτογράφο που φωτογραφίζει τις ακρογιαλιές δειλινά. Ή έστω όταν ο φωτογράφος της παρέας, ο Τόνυ, σου ζητάει να τσεκάρεις την βραδινή λήψη της παραλίας στο Καντούνι, από τον προμαχώνα της Πατέλας, πριν πατήσει το τελικό κλικ. Και αυτομάτως σε προσκαλεί να γίνεις συνένοχος της ομορφιάς μέσω της τέχνης του. Της ομορφιάς που μόνο τοkeen eye ενός φωτογράφου – που λένε και στα ξένα- μπορεί να δει.

Σπουδαία πράματα λέμε. Γαμάτοι άνθρωποι. Ωραίες θάλασσες. «Τώρα…», θα μου πεις, και εύλογα «…γίνεσαι μελοδραματικός». Ναι για εμάς που έχουμε μάθει να ζούμε στον μηδενισμό των μεγαλουπόλεων, όλα αυτά φαίνονται γραφικά, ρομαντικά.

Σαν στίχος του Λειβαδίτη σε κάδο σκουπιδιών. Ακόμη και στο άκουσμα λέξεων που εμπεριέχουν την αρραγή συναρμογή φωνηέντων αμφιπλεύρως του λάμδα όπως: δειλινά, ήλιος, θάλασσα, ελευθερία, καλό, αντιδράμε καχύποπτα. Μας κατακλίζει, ρε παιδί μου, μια φθονερή διάθεση να τις αποδομήσουμε, ως απόδειξη ευστροφίας. Όχι χάριν μιας νέας δημιουργίας. Αλλά εγωτιστικά. Φτηνά δηλαδή. Άλλωστε η εξυπνοσύνη είναι μεγάλο προτέρημα στις μέρες μας. Κερδίζει μπόλικα λίκε στο φέισμπουν. Ψάχνουμε τότε στο γουγλ για να βρούμε αντεπιχειρήματα. Προτάσσουμε (sic), για να κερδίσουμε το λεκτικό παίγνιο (πρέπει πάντα να κερδίζουμε άλλωστε), λέξεις όπως «γελοιότητες», «ελεεινότητες», «μαλακίες». Και μετά σου λέει ο άλλος «Πάρτα ρε μαλάκα. Ορίστε λέξεις, όπου το λάμδα χωρίζει δυο φωνήεντα και δεν υποδηλώνουν τις γλυκοτσουτσουνίστικες παπαριές που μας τσαμπουνάς». Το λάμδα που χωρίζει, σκέφτεσαι. Όχι που ενώνει, ξανασκέφτεσαι. Ου γαρ οίδασι τι ποιούσι, μονολογείς. Και το αντιπαρέρχεσαι.

Τότε σαν θεία επιφώτιση έρχεται η ατάκα ενός άλλου καλού μου φίλου Καλυμνιού, του Σάκη. Ενός -μετρημένου στα λόγια του- τύπου που αγαπάει το ψάρεμα και τη θάλασσα από πάντα, και που η κουβέντα του γίνεται παντιέρα και παλίμψηστο απλής διαλεκτικής για την «ομορφιά του κόσμου» που τραγουδάει και ο Ξυλούρης.

-Ρε Σάκη; Πόση ώρα είναι από Αστυπάλαια για Κάλυμνο;

-Δυο κύματα δρόμος.

Εκεί όπου ο άνθρωπος μιλάει με τις ωραίες λέξεις επειδή είναι κομμάτι της ζωής του. Επειδή οι εν λόγω λέξεις δεν συστρατεύονται από κάποια ιδιοτελή φαντεζί χρηστικότητα, όσο από την ανάγκη να επικοινωνηθεί μια απλή, καθημερινή στιγμή.

Οι άνθρωποι που εξαιτίας τους αγάπησα τη θάλασσα, λοιπόν, μου έδωσαν ένα πολύ ουσιαστικό μάθημα όλα αυτά τα χρόνια. Ένα μάθημα που δεν τελειώνει ποτέ. Μου έμαθαν να ζω ωραία. Και σε κάθε μας συναναστροφή, μου αποδεικνύουν ότι η ζωή δεν πρέπει να μετριέται με ώρες και λεπτά. Μου έμαθαν να ζω σε έναν κόσμο, όπου τα πάντα ή έστω σχεδόν τα πάντα μετριούνται με κύματα ή με αστέρια ή με ωραίες ιδέες ή με καλαμπούρια ή με καλό φαί. Και ασχέτως αν εγώ εξακολουθώ να είμαι κακός μαθητής τις υπόλοιπες 350 μέρες του χρόνου, με έμαθαν εντούτοις να εκτιμώ την ομορφιά του εφήμερου, για πάντα.



[δημοσιευμένο στο toperiodiko.gr]

δεν υπάρχουν διασωθέντες

E-mail Εκτύπωση PDF

[της moment in the wind]

 

“Χρειάζονται ανδρικά ρούχα για τους επιζώντες του ναυαγίου. τα μαζεύουμε στο στέκι μεταναστών στην Τσαμαδού..”

“Τα ακτοπλοϊκά εισιτήρια για τον Πειραιά ανέλαβε μη κυβερνητική οργάνωση..”

Κι εσύ, σ΄αυτό το Κράτος, σε νοιώθεις ασφαλισμένο, τα παιδιά σου ασφαλή.
Επειδή δεν είστε ανασφάλιστοι.

“Δευτέρα ξημερώματα εντοπίστηκε η λέμβος..“

Κι έχουμε Πέμπτη.
Μα δεν είχαμε εικόνα, live συνδέσεις, μεταφραστή.
Τι ντόρο να ξεσηκώσει ο πόνος χωρίς ήχο?

“Τέσσερα παιδιά και την γυναίκα μου..”
“Τρία παιδιά και την γυναίκα μου..”

Λέξεις.
Ρόλοι.
Κλείσε φώτα και πόρτα στο παιδικό κι έλα να τους παίξουμε, εκεί στον διάδρομο.
Εσύ θα κλαις κι εγώ θα μεταφράζω.
Μετά θα ξαναδούμε το video.
Για δευτερόλεπτα στο τέλος, η παρουσιάστρια με την μίνι κίτρινη φούστα θα ευχαριστήσει τον ρεπόρτερ για την ενημέρωση.

“Δεν υπάρχουν διασωθέντες“.
Εγώ κλαίω, μετέφρασε εσύ.
Μετά θα φάμε κάτι και θα δούμε μια ταινία.
Γιατί είμαστε ακόμη ζωντανοί. Το είπε η παρουσιάστρια.

Ούτε Τσαμαδού υπάρχει, ούτε Πειραιάς.
Ούτε εγώ, ούτε εσύ.
Όλα στον πάτο.
Μόνο τα φύκια στον αφρό.

Κάτι ελαφρύ να δούμε. Όρθιοι να μένουν οι πρωταγωνιστές.
Να μη λυγούν, να μην σκύβουν το κεφάλι λέξεις και φούστες μπρος σε κανένα “the end”.


[δημοσιευμένο στο momentsandwinds.wordpress.com]

η δυστυχία του να είσαι μαλάκας

E-mail Εκτύπωση PDF

[του Αδέσποτου Σκύλου-Αντώνη Αντωνάκου]

Μνήμη Λεωνίδα Χρηστάκη

Η ιδιωτία είναι μια συνιστώσα του παρηκμασμένου κόσμου. Ο σύγχρονος ευρωπαϊκός ιδεαλισμός, τουτέστιν το μάντρωμα γύρω απ’ το σφοδρό γερμανικό παράγοντα, έχει την ιδιωτία κορώνα στο κεφάλι του. Από το ελάχιστο τσόλι της διανόησης που έχει δημόσιο λόγο, μέχρι το μέγιστο εργολάβο πάσης φύσεως πολιτικών τελετών, κυριαρχεί η εγωιστική μαγκιά και το θα τα καταφέρω μόνος μου. Ένα ιδεολόγημα στρατευμένο που εκφράζεται από άτομα φοβικά που έχουν δεμένα τ’ αρχίδια τους με συρματόσχοινο απ’ τη μάντρα της αμερικάνικης πρεσβείας και τους πολυελαίους του ινστιτούτου Γκαίτε. Από ξενέρωτους τύπους που ξεχάστηκαν στα περιστρεφόμενα αλογάκια της εξουσίας. Με τη μέθη που τους προσφέρει η αναπαραγωγή της μπούρδας που θα ξεστομίσουν σε μια συνέντευξη, σε μια παρουσίαση ή σε ένα δημόσιο τηλεοπτικό οργασμό. Κινήσεις διανοουμένων, ακαδημαϊκών, δημοσιογράφων, αστρολόγων και μέντιουμ, που καταδικάζουν μετά βδελυγμίας τα κόμματα και τους μηχανισμούς, αφού βεβαίως αυτά δεν τους προσφέρουν τίποτε πλέον. Φυσικά το γλειφιτζούρι της σοσιαλδημοκρατίας πασπαλισμένο με τις περιώνυμες πουστιές περί σεβασμού του ατόμου δίνει και παίρνει. Ελεημοσύνες και χείμαρροι ανθρωπιάς, πέφτουν πάνω στο πανωφοράκι κάθε κακομοίρη που έχει χάσει την ελπίδα και τον ύπνο του, περιμένοντας απ’ τους σοφούς αντικρατικούς κρατικοδίαιτους, δικαιοσύνη και ιαματικό λόγο. Σ’ αυτόν το νοικοκύρη που ακόμα και η πίστη του αποδείχτηκε άχρηστη όταν σφύριζε πάνω απ’ το κεφάλι του ο μπαλτάς της εφορίας, του ενοικίου και της τράπεζας. Σ’ αυτόν τον ιδιώτη που στέκεται σούζα μπροστά στις φασιστικές δομές, αλλά τα βάζει με τα πρόσωπα και τους κακούς που τα φάγανε. Σ’ αυτό το νοικοκύρη που έχει ανοίξει τρύπες στο κορμί του παιδιού του κι είναι περήφανος γιατί δουλεύει σε εταιρία, έ και τα χρήματά του έπιασαν τόπο, αφού χρόνια τώρα με θυσίες και στερήσεις επένδυε στη γνώση. Αυτός ο πελάτης των παλαιοκομματικών μηχανισμών τώρα γίνεται ανένταχτος, φτύνει αυτούς που είχε υπουργούς, γραμματείς, φαρισαίους και δε συμμαζεύεται. Τα βάζει με τους κακούς τρομοκράτες που τρομοκρατούν το κεφάλαιο κι όχι με το κεφάλαιο που του σκίζει τον κώλο. Αυτός ο καημενούλης στέκεται σα χάνος μπροστά στις τρομερές και φοβερές κινήσεις των ανθρώπων της κουλτούρας, των γραμμάτων και του σεμνού πισωκολλητού. Των ανθρώπων που του κουνάνε το δάχτυλο και τον θέλουν πότε φασίστα, πότε δημοκράτη και πότε μετανεωτερικό κουμουνιστή. Των ανθρώπων που κατασκεύασαν μέσα στα εργαστήρια της επικοινωνίας, τους θυμωμένους και τους αγανακτισμένους που τώρα ξεφούσκωσαν. Για να συνηθίσουν τη φτώχια και την κακομοιριά. Τη βλακεία και τον ανορθολογισμό. Άνεργοι, ψόφιοι, κλαταρισμένοι, να έχουν ελπίδα και να μετράνε τη ζωούλα τους με το πρωτογενές πλεόνασμα και τα ψίχουλα των πολιτισμένων Ευρωπαίων. Πακτωμένοι σε διαμερίσματα που χτίστηκαν για να στεγάσουν την εργατική τους δύναμη και την προοπτική αναπαραγωγής αυτής της δύναμης, που κινεί τον τεχνολογικό φουτουρισμό του διαφημιστή που έγινε φιλόσοφος και γατούλης και της νευρωτικής συγγραφέως που τραγουδά α καπέλα την αμερικανιά και τον κλιματιζόμενο εφιάλτη της.


[δημοσιευμένο στο dromos.wordpress.com]

για να μάθω πού πήγε

E-mail Εκτύπωση PDF

[της PlayBoBill]


 

Είχε βρέξει.

Από εκείνες τις βροχές που δε λένε να ξεπλύνουν τίποτα. Ούτε αυτά που σφραγίζεις μέσα σου, ούτε αυτά που ξεκλείδωσες και σκόρπισες κάποτε έξω σου. Ένα λεπτό στρώμα νερού αγκάλιαζε τις στρογγυλεμένες πέτρες στο πλακόστρωτο και χωνόταν προκλητικά ανάμεσα στους χωμάτινους αρμούς. Το στενό σκοτεινό. Στο βάθος δεξιά αναβόσβηνε μια πορτοκαλί επιγραφή.

Κινηματογράφος Ηλέκτρα.

Ένας σκεβρωμένος άντρας μόλις έβγαζε το ξύλινο σταντ με τη γυάλινη προθήκη. Έσκυψε το βλέμμα στο πλακόστρωτο και ακολούθησε τους αρμούς πλησιάζοντας να δει τη μορφή πίσω από το τζάμι.

Μύριζε φρέσκο, καμένο βούτυρο. Από την ανοιχτή είσοδο ερχόταν μια γλυκιά ζέστη και ακουγόταν το ποπ κορν που έσκαγε και κοπανιόταν στα τοιχώματα της μηχανής. Μια ξεπλυμένη αφίσα κρεμόταν από τρία μόνο κιτρινισμένα σελοτέιπ σε μια από τις τζαμένιες πόρτες που έμεναν κλειστές. Ένα ζαχαροπλαστείο που είχε χάσει τα χρώματα του στο χαρτί και που σίγουρα πια δεν υπάρχει.

Παγωτό. Με γεύση γιασεμί. Τριαντά- χωρίς τα φύλλα που τα σκόρπισε ο άνεμος.

Πίσω από το γυαλί της προθήκης το πρόσωπο μιας χαμογελαστής κοπέλας. Με λίγο κόκκινο στα χείλη και πιο λίγο στα μάγουλα. Ένα χαμόγελο να χορέψεις πάνω, να κάνεις ακροβατικά, να γελάσεις και εσύ, να γίνεις πάλι οκτώ χρονών. Και δύο λακκάκια στα μάγουλα να τα γεμίσεις φιλιά να κάνεις βουτιές τον εαυτό σου. Μα τα μάτια σαν να ήταν άλλης. Μια σου γελούσαν μια σου έκλαιγαν.

Εδώ για κάθε αύριο. Και παιζόταν μόνο σήμερα στις 8.45 ακριβώς. Χαμογέλασε από τη μύτη βγάζοντας αέρα.

Κόσμος άρχισε να φτάνει. Ένας ένας, δύο δύο, άντε το πολύ τρεις. Στεκόταν ακόμα εκεί και την κοιτούσε.

Η πόρτα θα κλείσει. Θα μπείτε;

Όχι ευχαριστώ. Ψέλλισε και παραπάτησε τρομαγμένος.

Η πόρτα έκλεισε πίσω του και άκουσε το τζάμι της να τραντάζεται. Πήρε να ψιχαλίζει πάλι.

Μια σταγόνα βροχής στάθηκε στην άκρη του αριστερού ματιού της. Τράβηξε το μανίκι του και τη σκούπισε απαλά μην την αναστατώσει. Μην την ενοχλήσει πίσω από το τζάμι. Έμεινε εκεί να της σκουπίζει τα μάτια μη ξεβάψει το χαμόγελο. Μόνο όταν είδε κόσμο να βγαίνει από την αίθουσα απομακρύνθηκε και στάθηκε στα σκοτάδια. Τη χάζευε μέχρι να τη μαζέψουν πάλι μέσα μα δε μπορούσε πια να της στεγνώσει τα μάτια. Δεν έμεινε να δει τα φώτα να κλείνουν.

Μετά δεν ξέρω που πήγε. Εκείνος έφυγε. Εγώ έμεινα.


[δημοσιευμένο στο playbobill.blogspot.co.uk]

η κρίση στα χρόνια του έρωτα

E-mail Εκτύπωση PDF

[της nullapoenasinelege]

// γιατί με έφερες απόψε εδώ // θέλω να σου μιλήσω // μόνο μην αρχίσεις τα ίδια σε βαρέθηκα // θυμάσαι πότε ερωτεύτηκες για τελευταία φορά ή έστω για πρώτη // ουφ ευτυχώς νόμιζα θα μου μιλήσεις πάλι για τους αυτοκτονημένους για τους νεοναζί για το δένδια για τους μπάτσους για το γεωργιάδη ευτυχώς άλλαξες θέμα // απάντησέ μου τι θυμάσαι από τον έρωτα // δύσκολη η ερώτηση // τότε να σου πω εγώ θυμάμαι ότι νοσταλγούσα το μέλλον θυμάμαι ότι στα όνειρά μου έβλεπα τι θα συνέβαινε την άλλη μέρα // θυμάσαι ρε το μεγάλο σου τον έρωτα // ένας πασόκος και μισός // πάλι αλλάζεις θέμα // και ποιος σου είπε εσένα ότι άλλαξα θέμα, σας παρακαλώ, άλλη μια γύρα μπύρες φέρτε μας θα τραβήξει η βραδιά // μόνο να μην το ξενυχτήσουμε δουλεύω αύριο // και παλιά δουλεύαμε και πίναμε μπύρες μέχρι το πρωί κι ύστερα κατευθείαν για δουλειά μα πώς αντέχαμε // ο έρωτας μας έδινε φτερά // νιώθω ότι μου κόψανε τα φτερά καταλαβαίνεις εμείς τώρα θα ‘πρεπε να κοιτάμε τον ουρανό να δακρύζουμε και να γελάμε εναλλάξ αλλόφρονες από έρωτα και επιθυμία να κάνουμε ρυτίδες γύρω από το στόμα από την πολυλογία τα φιλιά και τα χαμόγελα και ξέρεις, είναι πολύ σημαντική αυτή η ηλικία γιατί σχηματίζονται οι ρυτίδες έκφρασής μας που θα μας συνοδεύουνε για μια ζωή σκέψου τις γιαγιάδες στο χωριό τα πρόσωπά τους λένε πείνα κατοχή και θάνατος είναι γιατί στα νιάτα τους αυτά ζήσανε έτσι κι εμείς τα πρόσωπά μας θα γράφουνε φτώχεια αυτοκτονία όλα μαύρα φύγε από την ελλάδα όσο είναι ακόμα καιρός πνιγμός θάνατος κρύο χιόνι θέλω να πεθάνω και κάποιος να βάλει στα ηχεία στην κηδεία μου μόνο γιάννη αγγελάκα πού θα πάει θα ξεκολλήσει // περάσανε τόσα χρόνια άλλη μια γύρα παρακαλώ από τα ίδια // κατάλαβες εμείς τώρα έπρεπε να γεννοβολάμε καρπούς παράνομων εραστών να ανοίγουμε τα πόδια μας ακατάσχετα η ζωή μας να είναι μία μόνιμη ορμή αυτή που μάθαμε στη φυσική αλλά χωρίς την αδράνεια αλλά εμένα πάνω στο στήθος μου γράφει γαμημένη επανάσταση δεν θα έρθεις ποτέκαι έχει και σημειώματα χρωστάω εκεί εκεί και εκεί μόλις πληρωθώ με το ευρωπαϊκό το ενιαίο το νόμισμα πάω και το καταθέτω στους νταβατζήδες μου μόνο που αυτοί εδώ οι νταβατζήδες δεν μου ζητάνε κορμί γιατί εγώ το κορμί γουστάρω να το δίνω μου ζητάνε ψυχή και μέλλον και κάπως έτσι γεράσαμε στα τριάντα // πάλι μου άλλαξες το θέμα για τον έρωτα μιλούσαμε //  σκέφτομαι συχνά την κοπέλα του παύλου φύσσα, ξέρεις // κοίτα να ζήσεις τη ζωή γιατί η ζωή είναι ένα δώρο // πιες τη γουλιά σου για να παραγγείλω άλλη μια γύρα γιατί αυτό που θα σου πω δεν πάει κάτω ξεροσφύρι, λίγη αιθυλική αλκοόλη ακόμα παρακαλώ μου λες πως η ζωή είναι ένα δώρο και θέλω να σου σπάσω τα μούτρα, τη φράση για τους δαναούς δεν την θυμάσαι // δεν ξέρω, στο σχολείο έκανα μόνιμα κοπάνες γιατί βαριόμουνα // εγώ δεν έκανα σχεδόν ποτέ το γούσταρα το σχολείο ξέρεις απολάμβανα τη γνώση εμένα οι πρώτες μου ερωτικές επαφές ήτανε τότε ηδονιζόμουν με τις νέες πληροφορίες εγώ έκανα έρωτα με τα μαθήματα κι έτσι έμαθα να αγαπάω αργότερα και τους άντρες γιατί ο έρωτας και η φαντασία και τα ποιήματα της σαπφούς είναι ένα τσιγάρο δρόμος αλλά πώς να τα καταλάβεις τα αρχαία ποιήματα άμα δεν ξέρεις τη γαμημένη την αττική σύνταξη και πώς να ξαπλώσεις στο πάτωμα με εραστή άμα δεν ξέρεις πώς λύνεται η εξίσωση με δύο αγνώστους // καλύτερα να φεύγουμε // σου ακούγονται ακαταλαβίστικα όλα τούτα μα άσε με να σου πω και κάτι ακόμα εγώ θα ξαναγίνω νέα όσο περνάνε τα χρόνια θα ξανανιώνω θα τα φέρω τούμπα όλα γιατί δεν αντέχει το στήθος μου θα σπάσει από ζωντάνια να τους ταράξουμε στον έρωτα γιατί έρωτας και πόλεμος ένα και το αυτό κι εγώ δεν ήξερα να πολεμάω νόμιζα ότι με τα βιβλία θα αλλάξω τον κόσμο και κάθε νύχτα λέω καληνύχτα στον κεμάλ και εκείνος μου χαμογελάει συνωμοτικά θα πολεμήσω και θα ερωτευτώ πολύ ακόμα μέχρι να πεθάνω // τελευταία γουλιά // υποσχέσου μου // τι πράγμα // πως δεν θα με αφήσεις να πεθάνω πριν γίνω ευτυχισμένη για δέκα ολόκληρα λεπτά // μόνο για τόσο // υποσχέσου μου σου λέω // υπόσχεση ιερή ενώπιον λυκίσκου και βύνης // να ορίστε φιλάω // σταυρό // όχι, φιλάω εσένα //

 ερωτευτείτε ρε μαλάκες


[δημοσιευμένο στο nullapoenasinelege.wordpress.com]

Μια εκδρομή στα σκυλάδικα

E-mail Εκτύπωση PDF

[του Θάνου Αλεξανδρή]

Ένα σκοτεινό βράδυ πριν από 4-5 χρόνια κατεβήκαμε τα σκαλιά του υπογείου –όχι του Θεάτρου Tέχνης (τόσα χρόνια τόσο πολλή Kάτια Γέρου δεν αντέχεται)– αλλά του νυχτερινού κέντρου «Aννέτας» επί της Aχαρνών. Tο πρώτο τραγούδι η αρχηγός του καταστήματος Xριστίνα Δελή το ερμήνευσε μέσα από τα καμαρίνια, και το σοκ το δικό μας ήταν πόσο σταρ και πόσο πρωτοποριακή καλλιτέχνις είναι η Xριστίνα. Tο δεύτερο σοκ ήταν το ίδιο το τραγούδι της έναρξης. Bασισμένη στις αρχές της μαοϊκής Πολιτιστικής Επανάστασης ότι ο πολιτισμός είναι κτήμα όλων, τραγούδησε το «Θεός αν είσαι» του Mπρέγκοβιτς και, ενώ το κομμάτι αυτό συγκίνησε την παρέα μου η οποία είναι λιγάκι της ποιότητας, εγώ που δεν είμαι και τόσο των γραμμάτων έχασα τις αισθήσεις μου. Παναγιά μου, είπα μέσα μου, αλλιώς το ’ξερα αυτό το κορίτσι πριν από μερικά χρόνια, όταν δουλεύαμε μαζί στην Πέτρου Pάλλη κι έστελνε με εγκεφαλικά τα αιγαλιώτικα καψούρια, κοίτα πώς μου την κατάντησαν. Ήθελα να ’ξερα σε ποιες κακές παρέες την έμπλεξαν και την έβγαλαν από τον ίσιο δρόμο. Mε Λίνα Nικολακοπούλου δεν την παίρνουμε την πόλη. Tο πολύ πολύ να σου φύγουν τα δυο πρώτα καλά τραπέζια και άντε τρέχα μετά εσύ στις λέσχες να τους συμμαζέψεις.

Tι έχουν πάθει όλα αυτά τα υπέροχα ξανθά κορίτσια και συμπεριφέρονται λες και είναι η Nένα Bενετσάνου στον «Σταυρό του Nότου»; 
Kάποτε πήγαινες στο «Xρυσό Bαρέλι» να δεις την Ξανθή Περράκη και να απολαύσεις το σουξέ της «Πόσους πόντους την έχεις, την καρδιά σου κι αντέχεις να με βλέπεις για θύμα σου» και τώρα σου βγαίνει η Ξανθή –φωνάρα, δεν το συζητάμε– και τραγουδάει την «Πιρόγα». Άμα θέλω ν’ ακούσω την «Πιρόγα», θα πάω στην Aλεξίου – θα πάω τώρα, που λέει ο λόγος. Γιατί μπορεί να λατρεύω Xαρούλα, αλλά να αντέξω μια ώρα πάνω στην πίστα τον Γιάννη Kότσιρα με το υπέροχο Βιντάλ Σασούν μαλλί να μας ταξιδεύει με Eλένη Zιώγα, δεν ξανακάνω αυτή τη μαλακία.

Στον «Πρωινό Kαφέ» βγαίνει η Λένα Παπαδοπούλου και ανάμεσα στα ξέκωλα και σε μια έκπληκτη Eλένη τραγουδάει εκστασιασμένη το «Δημοσθένους λέξις», ενώ όλες πια δηλώνουν σαν όνειρο ζωής συνεργασία με Σταμάτη Kραουνάκη και Φοίβο Δεληβοριά, που μα την Παναγία, ούτε ο ίδιος ο Δεληβοριάς δεν αντέχει να ξαναπεί Φοίβο, δηλαδή τον Δεληβοριά που είναι ο ίδιος, γιατί τον άλλο τον Φοίβο της Bανδή που έχει σουξέ τον θέλω κι εγώ.

H Άντζελα Δημητρίου με συγκίνηση αναφέρει πως η καλύτερη στιγμή της καριέρας της ήταν όταν αξιώθηκε και αυτή να πει Σπανουδάκη. Eκατό όμως Σπανουδάκηδες δεν μπορούν να γράψουν το «Όταν η νύχτα προχωράει σε συλλογίζομαι» ή ένα αριστούργημα του κορυφαίου Tάκη Mουσαφίρη όπως είναι το «Mυστικέ μου έρωτα». H ποιότητα είναι στο όνειρό τους και οι Bίσση, Bανδή, Έλλη Kοκκίνου στο ρεπερτόριό τους.

Tα κορίτσια που γνώρισα σε όλη αυτή τη μαγική διαδρομή στα σκυλάδικα ήταν αφημένα στο έλεος του θεού, πελατών και γραφείων της πλατείας Bάθη. Πλάσματα απροστάτευτα, εκρηκτικά, μυημένα στη μεγάλη σχολή της κονσομανσιόν και εξαιρετικά γοητευτικά. Δημόσιες σχέσεις σήμαινε να ξετινάξεις τον πελάτη και να τον στείλεις φυλακή. Δημόσιες σχέσεις ήταν να περάσεις από τα μπαράκια και τις λέσχες, να συναναστραφείς κόσμο και το βράδυ να οδηγήσεις το κοπάδι στο μαγαζί για να δικαιολογήσεις το μεροκάματο. Tώρα ημίχαζες και κουτσαβάκια των ριάλιτι με την έξοδο βγάζουν CD, κλείνουν πονηρά το μάτι και μιλούν για το μέλλον του ελληνικού τραγουδιού. Και η τελευταία διαθέτει ατζέντη, ο οποίος δεν θα τη στείλει στο τελευταίο μπορντέλο του Έβρου για να της φάει ένα μεροκάματο, όπως επί των ημερών μου. Θα επιδιώξει σκανδαλάκι για να βγει στην Tατιάνα, θα της τάξει πέρασμα από το «Kάτσε καλά» και στημένα παπαράτσι στο περιοδικό «Xάι». Tώρα όλες ζουν, αναπνέουν, ντύνονται και τραγουδούν σαν τις σημερινές σταρ. Θα αντιγράψουν τα ρούχα της Bανδή, θα καλλιεργήσουν κοιλιακούς όπως η Bίσση, θα παραγγείλουν το ίδιο ακριβώς βυζί με της Kοκκίνου, αλλά καμιά δεν θα θελήσει να περάσει την Iλιάδα και την Oδύσσεια, μπορώ να σας πω, της Kατερίνας Στανίση και της Δημητρίου, όταν αυτά τα υπέροχα πλάσματα όργωναν την επαρχία και γνώριζαν πάνω στο κορμί τους την αγριότητα της νύχτας.

Tώρα δισκογραφικές, μάρκετινγκ, δημοσιογράφοι του lifestyle και παρατρεχάμενοι δημιουργούν άφιλα αστεράκια που δεν είναι σε θέση να καυλώσουν ούτε και τον τελευταίο Aλβανό. Ένας κόσμος εξ ορισμού faux, που δεν είναι και εύκολο να καταρρεύσει γιατί τον απομυζούν καθημερινά πολλοί ανεπάγγελτοι.

Tότε οι ρόλοι ήταν σαφώς καθορισμένοι και το πρωτόκολλο απαραβίαστο. O άντρας ήταν άντρας, ο πούστης πούστης, η πουτάνα ήταν πουτάνα, η τραγουδίστρια τραγουδίστρια και η Σου Kύρκου δεν ήθελε να είναι ο Σταμάτης Kραουνάκης.

H παγκοσμιοποίηση ήρθε και έδεσε με το τοπίο και τίποτα πια δεν θα είναι προσδιορίσιμο. Γέμισε η πίστα αγοράκια-ρομποτάκια, με τον αφαλό φόρα παρτίδα και το ενσωματωμένο με το σκουλαρίκι-μικρόφωνο της Mαντόνα που, άμα λάχει, μπορεί να σου ρίξει και έναν Aγγελόπουλο τις μικρές ώρες και να σου ’ρθει το εγκεφαλικό από κει που δεν το περιμένεις. Πρωινιάτικα. Aυτά πια δεν είναι νυχτερινά κέντρα. H χαρά του κωλομπαρά είναι. Kαινούργια Στανίση, καινούργια Kαίτη Nτάλη ή Άντζελα Δημητρίου δεν θα υπάρξει. Bέβαια σημαντικός παράγοντας που μας τέλειωσαν τα σκυλάδικα είναι ότι αλλοιώθηκε η σύνθεση του κοινού. Eκείνο το κοινό που περπατούσε μόνο τη νύχτα και ζούσε επικινδύνως εξέλιπε. Tώρα μεταλλάχτηκε σε κάτι παραλίγο μαγκάκια που φορούν Prada, φωτογραφίζονται με τον Kωστέτσο και πιάνουν πρώτο στασίδι στο «Romeo». Τα ’χει γράψει καλύτερα ο κ. Ντίνος Χριστιανόπουλος: «Όλο και λιγοστεύουν οι παράνομοι, όλο και περισσεύουν οι υπόνομοι». Eίναι κι αυτή η κατάρρευση του σοσιαλισμού που έφερε τα πάνω κάτω κι έριξε τις τιμές στην πιάτσα. Tώρα με ένα κατοστάρι παίρνεις μια ντουζίνα δίμετρες, ενώ τότε στα σκυλάδικα όχι να πάρεις, αλλά να κυκλοφορήσεις την εξηντάρα έπρεπε στο μαγαζί να σου φύγει το μισό χωράφι.

Aπό τις καινούργιες κάτι μου λέει η Πέγκυ Zήνα, κόρη μιας σπουδαίας τραγουδίστριας, της Στέλας Xρισικοπούλου, η οποία βασίλευε τότε στα μαγαζιά της Aχαρνών, και ανιψιά της Όλγας Γαλίτση, μιας εκρηκτικής σόου γούμαν που όταν δουλεύαμε μαζί στη Λάρισα δημιουργούσε μεγάλες καταστάσεις, καλύτερη η θεία από την ανιψιά.

Oι παλιές ευλογημένες νύχτες του σκυλάδικου φοβάμαι ότι έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Oποιαδήποτε απόπειρα αναβίωσης δεν θα έχει πια την αθωότητα και το σουρεάλ της δικής μου παλιάς διαδρομής σε αυτό το μαγικό κόσμο... Νοέμβριος 2003


[δημοσιευμένο στην Athens Voice, 20.11.13]

τα τσιγκέλια

E-mail Εκτύπωση PDF

[του kkmoiris]

Είπα να το καταχωνιάσω στο βάθος του μυαλού για να μην κάνω λεκέδες στο σένιο τραπεζομάντηλο του σαββατοκύριακου. Μα ο λεκές βγήκε βόλτα με την καινούρια βδομάδα, όσο και να τα κρύψεις αυτά δεν φεύγουν μόνα τους.

Μεσημέρι Σαββάτου στον χασάπη. Κιμάδες, κότες, τα σχετικά, προμήθειες βδομάδας για να μη ξανατρέχουμε. Οι προνομιούχοι.

Πάνω στο γυαλί του ψυγείου με τα κοψίδια, τις σπάλες και τα συκώτια, αραδιασμένες καμιά τριανταριά -ίσως να'ταν και περισσότερες- κάρτες.

Φιλόλογος. Μαθηματικός. Αγγλικής Φιλολογίας. Κι άλλη φιλόλογος. Ιστορικό-αρχαιολογικό, μαθήματα Ιστορίας λέει. Φυσικός. Κι ένας μαθηματικός ακόμη, χωμένος κάτω από μια της Γαλλικής, πλάι σ’ άλλον φιλόλογο παραδίπλα. Κι άλλος ένας. Μέτρησα και τρεις δικηγόρους. Ανάμεσα σε άλλον ένα φυσικό, μια της αγγλικής και μια ψυχολόγο. Με ένα όνομα και ένα κινητό τηλέφωνο, μερικές και με δυο φοβισμένες κουβέντες παραπάνω, «αριστούχος», «προετοιμασία υποψήφιων θεωρητικής κατεύθυνσης», «εμπειρία διδασκαλίας σε παιδιά δημοτικού-γυμνασίου», «τιμές προσιτές», δεν άντεξα να διαβάσω κι άλλα. Η μυρωδιά από το αίμα, μέσα κι έξω απ΄το ψυγείο, ανακάτεψε τα σωθικά μου, λίγο έλειψε να βγω έξω για να με χτυπήσει καθαρός αέρας.

Το τι αγώνα, ξενύχτι, χρήμα, κλάμα, χαρά κι απογοήτευση κρύβει πίσω της κάθε γαμημένη κάρτα το ξέρω, το ξέρουν κι όσοι το ζουν, βλέποντας τα παιδιά τους να κάνουν κιμά όσα ωραία σκεφτόντουσαν για το αύριο. Άμα είσαι ορθολογιστής άνθρωπος θα πεις «καθένας κάνει τις επιλογές του, αυτή είναι η ζωή, μη γίνεσαι drama queen δευτεριάτικα». Μπορεί να ‘ναι κι έτσι. Δεν χωράνε όλοι μέσα στο success story. Γι αυτό υπάρχει κι ο πάγκος με το μπαλτά και τα κρεατομάχαιρα. Για να βολευτείς μέσα σε μια σακκούλα.

Πλήρωσα, έκανα να φύγω. Ο Βασίλης μου'δωσε την απόδειξη και τη χαριστική βολή: «οκτώ ευρώ την ώρα, η άλλη είπε και με έξη αναλαμβάνει. Σκέτο σφαγείο ρε φίλε. Αυτή που έρχεται και σιδερώνει στο σπίτι παίρνει δέκα την ώρα. Έρχονται και με ρωτάνε αν μπορούν ν’ αφήσουν την κάρτα τους, γνέφω ‘ναι’ και τις πιο πολλές φορές κοιτάω το ματωμένο πάτωμα από ντροπή κι αμηχανία, δεν μπορώ να δω μάτια. Είναι τόσοι πολλοί πια».

Ήθελα να του πω «βγάλτα από κει πάνω, είναι ντροπή για τα παιδιά» μα δεν τόλμησα. Όχι, εκεί να τα αφήσει. Πάνω στα τσιγκέλια. Για να μη ξεχνάμε -όσοι ακόμη δεν στερούμαστε τα «βασικά»- ότι το σφαγείο είναι ολόγυρά μας. Και μας κοιτάζει λάγνα..


[δημοσιευμένο στο amancalledkkmoiris.wordpress.com]




Ενώ το καλοκαίρι ερημώνει

E-mail Εκτύπωση PDF

[του Θωμά Τσαλαπάτη]

«Είπες εδώ και χρόνια:
"κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός"»
(Γιώργος Σεφέρης, Τρία κρυφά ποιήματα)


Ισως για λίγους από εμάς, ίσως για πολλούς ακόμα, η χρονιά πάντα σταματά στο ζεστό χάσμα του Αυγούστου. Ίσως γιατί η αναμονή και ο ενθουσιασμός έμειναν να κατοικούν στα μαθητικά θρανία, οι επιθυμίες να καταγράφονται σε γαλάζια τετράδια ανορθόγραφα και το καλοκαίρι να είναι πάντα διακοπή. Αψηφώντας την όποια ημερολογιακή εγκυρότητα, η χρονιά αρχίζει πάντα τον Σεπτέμβρη και οι απολογισμοί απλώνονται στο πρώτο κατάστρωμα που θα σε μεταφέρει στο καλοκαίρι.

Έτυχε να χαζέψω πρόσφατα τη χρονιά που αφήνουμε σε μια αντίστροφη διαδρομή, διαβάζοντας άρθρα παλαιότερα  με την ημερομηνία τους όλο να μακραίνει στον ορίζοντα. Και μαζί γεγονότα που δεν μοιάζουν να μακραίνουν: το κλείσιμο της ΕΡΤ, τα γεγονότα στην Κωνσταντινούπολη, την Αίγυπτο, τη Συρία. Την υπόθεση Σακκά, το κρατικό έγκλημα στις Σκουριές, τα νομιμοποιημένα βασανιστήρια στο Βελβεντό. Ανάμεσα σε βιβλία που διαβάστηκαν, φράσεις που γράφτηκαν και συζητήσεις που δεν έγιναν, με το δημόσιο λόγο να γίνεται όλο και πιο χάρτινος, την καταστολή να ματώνει, το ρατσισμό να φουντώνει, την κρίση όλο και να βαθαίνει, την αδικία όλο και να απλώνεται. Ο χρόνος μέσα στην κρίση περνά ιστορικά συμπυκνωμένος, με τις βεβαιότητες και τα δικαιώματα να σβήνονται με ένα διάταγμα και μια πρόχειρη υπογραφή, τα αυτονόητα να τρίζουν κάθε μέρα, το χρόνο να κάνει άλματα προς τα πίσω μέσα σε λίγες μόνο ώρες. Φτάνοντας πίσω μέχρι και το ρήγμα του αυτονόητου στις περσινές εκλογές και ύστερα όλο και πιο πίσω μέχρι άλλους απολογισμούς σε άλλα καλοκαίρια.

Έτσι ανάμεσα στον απολογισμό των περασμένων απολογισμών, έτυχε να πετύχω ένα άρθρο από μια περασμένη χρονιά της κρίσης με τίτλο «Λόγος για κάποιο καλοκαίρι». Ενώ τα λεπτά περνούν με την πυκνότητα που επιβάλει η νέα χρονιά, ενώ προσπαθείς να υπολογίσεις πόσος πραγματικός χρόνος πέρασε από τότε, διαβάζεις:

«Μα τουλάχιστον έχουμε το καλοκαίρι… και όλη αυτή τη θάλασσα που δεν εξαντλείται (ο ποιητής ρωτά ακόμα: "τη θάλασσα, τη θάλασσα ποιος θα μπορέσει να την εξαντλήσει" και μόνη απόκριση η ηχώ μιας σιωπής πάνω από τον αφρισμένο ορίζοντα). Αυτή τη θάλασσα που όταν δεν διδάσκει την ομορφιά, διδάσκει τη ματαιότητα.

Όλη αυτή η ζέστη φέρνει τα πάντα πιο κοντά, κάθε τι πιο κοντά, σφίγγει τις ραφές, τραβά τα κορδόνια, πυκνώνει τα σύνορα. Και είναι το σώμα ολόκληρο, με το φως να το υπενθυμίζει στην κάθε στιγμή, η σάρκα να αγκαλιάζει πρώτη φορά τόσο σφιχτά τα κόκαλα, η ζωή να αγκαλιάζει την ανάσα».

Και πιο κάτω:

«Τουλάχιστον το καλοκαίρι… Η βιαιότητα του ήλιου, το έγκαυμα της ζωής. Ο ήλιος φωτογραφίζει τα πάντα χωρίς να εμφανίζει την εικόνα. Τη συντηρεί σε εκείνη τη δροσιά, μακριά από τον τόπο ή το χρόνο. Και την υπενθυμίζει τυχαία μέσα σε ώρες μακρινές, όταν τα λεπτά στάζουν τυχαία. Κάτω από τόσο φως, κάθε αίσθηση γίνεται αφή».

Είναι τώρα αυτές οι μακρινές ώρες που ο ήλιος υπενθυμίζει. Και αν καταφέρεις να πείσεις τον εαυτό σου να ξεχαστεί είναι πάντα το ίδιο καλοκαίρι. Και είσαι και πάλι ξεχασμένος σε μια άδεια παραλία, χαζεύοντας προς τα μέσα και προς τα έξω. Αν ξύσεις την επιφάνεια του ορίζοντα θα χυθούν μπροστά σου όλα τα ταξίδια που δεν έγιναν, ματαιωμένες αποχωρήσεις και αναβολές διαδρομών. Ρίχνουμε ακόμα στη θάλασσα μπουκάλια, τώρα πια άδεια, αφού η κρίση σβήνει τις γραφές κλέβει τα μηνύματα, μέχρι τουλάχιστον η απογοήτευση να γίνει διεκδίκηση και το δάκρυ γροθιά.

Ακόμα και τώρα που «όλα είναι σκληρά σαν τα κοχύλια», ακόμα και τώρα που μέχρι και τα χαμόγελα έχουν δόντια, ο χρόνος θα τρέξει με τον ίδιο ρυθμό, με το φως να γίνεται παυσίλυπη ανηφόρα. Σε κάποια σκιερή καβάτζα, στη φιλοξενία  ενός φιλικού σπιτιού, έστω και σε κάμαρες που κατοίκησε ζωή και τώρα ενοικιάζονται επιπλωμένες (Στις γωνίες τους θα συναντήσεις μια χούφτα αλάτι που στέγνωσε και απλώθηκε. Που σημαίνει πως κάποιος ονειρεύτηκε μεγάλα ταξίδια και ναυπήγησε φυγή).

Κάποιοι δεν κατάφεραν να επιστρέψουν από το εξωτερικό και κάποιοι θα παραμείνουμε στην πόλη. Γυρνώντας στους δρόμους που περπάτησε η χρονιά, τους δρόμους τώρα άδειους, τις μέρες που ακόμη και τα λεωφορεία φτάνουν στην ώρα τους. Και το άδειο παραμένει ευρύχωρο για σκέψεις και απολογισμούς. Μα ό,τι πέρασε φέτος πέρασε. Και κάθε στιγμή είναι επίσης ευρύχωρη για να αναλωθεί το παλαιό και να φυτρώσει το καινούργιο. Άλλωστε οι ποιητές μας έχουνε μιλήσει, για την υπομονή και τη φωτιά:

«…Όλα γυρεύουν να καούν.

Όπως το πεύκο καταμεσήμερα
κυριεμένο απ' το ρετσίνι
βιάζεται να γεννήσει φλόγα
και δε βαστά πια την παιδωμή -

φώναξε τα παιδιά να μαζέψουν
τη στάχτη
και να τη σπείρουν.
Ό,τι πέρασε πέρασε σωστά».

(Γ.Σ. «Θερινό ηλιοστάσι»,
από τα Τρία κρυφά ποιήματα)


[δημοσιευμένο στην εφημερίδα Η Εποχή, 28.07.13]

Σελίδα 1 από 5

περασμένα

Powered by mod LCA


δικά μας παιδιά
μπανανιώτης
δούλος
τορπίλα
στελής
φραντζής
κεσίσογλου
τσαλαπάτης
καλόρ

αρτόπουλος
λάρυγγας
ζουλ
βάαλ
κουλίδου
πλεημπό
μαρκ
βαγκ

διαβάζω

αεροζόλ
βίτα

βυτίο
δομιανός
ζακού
κίμπι

κκμοίρης
κόμπαλους
κουροσάβα
κουσίδης
κώστασνικ
λένιν
λοστμπόντις
μαραγκόπουλος
μαριονέτες
μόμεντ
μότορας
μπουρλέσκ

ξόδεμα
ολντμπόη
παιδί

πετεφρής
πορτατίφ
πουλής
ραδιοσοσιάλ
ρικούδης
ρομαντάντε
σάηλεντ

σαραντάκος
σκύλος
σοφιστής
σραόσα
στεφανίδης
τάλως
τέκιτσαν
φαιακία
χανδρινός
χασοδίκης


ρεμβάζω

γκρεπάλτ
καπράνος
κέρκυρα

κιλο
κινηματογράφοι
κούβα
μεγαλαϊκό
μίχος
μήνυμαλ
μιούταντ
μισιρλούδες
ντεμοντέ
ουλαλούμ
πόφπα
ραδιομπάμπλ
ρεντφλεκτέρ
σινέ7
τζαζαθήνα
χουανέγκρο

φώντας

σπάω πλάκα
άναλ
αντιστασέφ

βαψομαλλιάδες
ηλιθιότητα
καλυψώ
κουλούρι
κραμμπρουλέ
μαλάκας
σούπερκαλτ
στρουγκ
φίλοι
φώντας

παίζω μπάλα
αστέρας
βαρκελωνισμοί
σομπρέρο
χούμπα

 

βρίσκομαι
βρισκόμαστε

γειτονιές
βοτανικός
δρακόπουλου
ελαία
εξάρχεια
εργατολέσχη
ερνέστο
εξπόντιουμ
κερατέα
κουζίνα
λαμπηδόνα
μπάουμστρασε
νέα σμύρνη
πλουμί
πλους
πολύτεχνο
στρούγκα
ταξίδι
φιλαδέλφεια