blog



εξεγέρθητι

E-mailΕκτύπωσηPDF

για τη Χριστίνα

 

Ξεκινάς να γράψεις ένα ποστ προεκλογικά και στο μεταξύ σε προλαβαίνουν κάτι εκλογές, κάτι διαχειριστικά του ρετιρέ, κάτι κοινόχρηστα, κάτι κινηματικά, κι ενώ το τριγύρω σου Ιράν παίζει μπάλα με το κεφάλι σου και σε ζώνουν ακόμα οι ματωμένοι παπαγάλοι που στόμα έχουν και μιλιά πλέον δεν έχουν, που έχουν στόμα που δαγκάνει κι άντε όλο λέει πως δεν το ξανακάνει. Θες να μιλήσεις για τις εκλογές και όλοι γύρω μιλάνε για εκλογές, θες να μιλήσεις για κάτι κι όλοι γύρω σου μιλάνε για κάτι. Θες να μιλήσεις και τελικά σκύβεις το κεφάλι, νωχελικά αποστρέφεις το βλέμμα απ'τα πράγματα, γιατί το μόνο που θες τώρα είναι να βρεις μια χαραμάδα να μπει φως, να μπουν φίλοι και αγγίγματα, να ξαναμπούν ζεστά απογεύματα που είχες ξεχάσει, να έρθει ένας μικρός λίβας και να καθήσει πάνω από τα ψηφοδέλτια, να χαμογελάσει σε κάθε ευρωδίλημμα και να σου φέρει εικόνες από την Ομόνοια της δραχμής, των κεμπάπ, των λαχειοπωλών, των αιγυπτίων, των αργόσχολων, των παλιών ρώσικων τρόλεϊ, των κουλουρτζήδων, των επαρχιωτών που ήρθαν χαράματα κι ακόμα ψάχνουν, των αδειούχων ευέλπιδων που ψάχνουν ταξί να πάνε στην καλή τους, των τζαζ καμπαρέ στις στοές της Σταδίου, επτά καφενεία σε κάθε γωνία, τριάντα περίπτερα, μουσικά όργανα Ραμόνα στον υπόγειο του ΗΣΑΠ και στις τρεις χαράματα στην Αθηνάς, "γεια, πόσο πάει;", κι όχι πως θες να πας κι όμως ρωτάς ξαναρωτάς, γεια πόσο πάει, έτσι με κάποιον να μιλάς· την ώρα που είναι όλα κλειστά, σαν φως αστράφτει κι ας μην υπάρχει πια, εκείνη σου χαμογελά, εκείνη γίνεται αγκαλιά. Η παλιά σου Ομόνοια ήταν η αγκαλιά.

Βλέπω το φίλο μου τον Ρένο στις αντέννες του κόσμου, να ονομάζει "παλιά ελλάδα" το μέχρι εδώ, και να δυσανασχετεί. Και με ιεραποστολικό στόμφο να ζητάει από αυτή την παλιά ελλάδα να φύγει, να την ξεχάσουμε. Να ξεχάσουμε τους εμφύλιους κι όλα αυτά τα αιματηρά που μας χωρίζουν. Όμως, αυτή ακριβώς είναι η συνθήκη επιβίωσης της παλιάς ελλάδας, έτσι βρίσκει τη συνέχειά της στο χρόνο: να την ξεχάσουμε, μαζί με τα πάθη της, μαζί με τη σκοτεινιά που έφερε, μαζί με τις πληγές που άνοιξε, χαρακιές στο σώμα της ιστορίας· της ιστορίας μας. Και πως να κλείσουν οι πληγές, όσο υπάρχουν άταφοι νεκροί, ματαιωμένες ελπίδες, ματωμένοι αποχαιρετισμοί, χαρακιές μέσα σου και ακόμα πιο μέσα σου. Η παλιά ελλάδα ήταν πάντα παλιά, είχε εχθρό κάθε τι νέο, κάθε τι φωτεινό, πολεμούσε στα σκοτάδια για να νικήσουν τα σκοτάδια, και είναι ακόμα παλιά, για την ακρίβεια είναι μόνο παλιά, αφού ρήμαξε ακόμα και την ελλάδα της. Και επιβιώνει τώρα στις ύστατες απόπειρες αιματηρών συναλλαγών, παλεύοντας να ξαναγεμίσει τσέπες και να αδειάσει συνειδήσεις, να ονομάσει συνείδηση την τσέπη και νόμο την κάθε επιβουλή της, να βαφτίσει εθνικό το κάθε συμφέρον της -στην ίδια πρόταση, σε κοινό παζάρι, το εθνικό και το συμφέρον· αυτό που μας ενώνει κι αυτό που μας χωρίζει. Η παλιά ελλάδα ασθμαίνει, βρωμώντας θάνατο τα χνώτα της, ανάμεσα στις σπασμένες πέτρες και στα ολόδικά της ερείπια. Κι η Ομόνοιά σου έχει βρωμίσει ήδη θάνατο.

Κι εσύ λες πως δεν είναι ο θάνατος που βρωμάει, αλλά οι Πακιστανοί. Εσύ μετράς τους ξένους, μετράς τις ζωές, κάνεις υπολογισμούς, τακτοποιείς λογαριασμούς, συμψηφίζεις ζωές με δουλειές, προσθαφαιρείς ζωές και συμφέροντα, διαιρείς ζωές με επιδόματα, προσθέτεις μίσος και δικαιολογίες, αφαιρείς κι άλλο άνθρωπο από μέσα σου, από την Ομόνοιά σου. Ναι ρε, μυρίζουν οι Πακιστανοί. Και να σ'αρέσει που μυρίζουν, να τους νιώθεις σαν ένα μπαχαρικό από απόκοσμη κουζίνα. Ναι, μια κουζίνα είμαστε -περπατάς ανάμεσα στις γεύσεις του κόσμου και ακροβατείς στις χαρακιές του· κουζίνα που μαγειρεύονται εντός της όλα τα μπαχάρια, που βρίσκουν απάγγιο όλα τα χαρμάνια, τρυφερά τοποθετημένα στο ραφάκι, ειρηνικά και ήσυχα το ένα δίπλα στο άλλο, σαν να είναι εκεί από πάντα και για πάντα, σαν να μη λήγουν ποτέ, σαν να μη περισσεύει κανένα και κανένα να μη χρειάζεται, σήμερα λίγο κόλιανδρο, αύριο μια πρέζα δυόσμο, μια σκελίδα σκόρδο από το χωριό σου, λίγη κάρρι από το Δελχί. Ναι, ίσως είμαστε πολλοί, ίσως μαζευτήκαμε λίγοι παραπάνω, αλλά ξέρεις εσύ να πεις πόσοι χρειαζόμαστε; Πότε περισσέψαμε κάποιοι; Πότε επιτρέψαμε στους εαυτούς μας να μετράμε; Εμείς ποτέ δεν διώχναμε, το ψωμί στο τραπέζι το κόβαμε στα δύο, στα τρία, στα χίλια δεκατρία, από το υπόλοιπο δίναμε ακόμα και του σκυλιού να φάει, είχαμε-δεν είχαμε, υπόλοιπο πάντα είχαμε, ζεστά απογεύματα που ο "άλλος" δεν ήταν ξένος, ζεστά απογεύματα που δεν ξέραμε ξένος τι πάει να πει. Τώρα, λες, πως του δίνεις ψωμί κι αυτός σου τρώει δουλειά. Και αφαιρείς κι άλλο άνθρωπο, κι άλλη Ομόνοια.

Και χασκογελάς με τους φίλους σου -σίγουρος για την ψήφο σου, τελειωμένος με το καθήκον- κλίνοντας σε όλες τις αστείες πτώσεις το "εγέρθητι". Και σε κάθε χαχάνικη παραλλαγή του, ένας Πακιστανός κάπου γεμίζει άλλη μια χαρακιά· η Ομόνοια χαρακώνεται κι άλλο, οι γειτονιές μας γεμίζουν χαρακιές, γίνονται χαρακώματα. Ναι ρε, εγέρθητι. Όλοι όρθιοι, σηκωθείτε, εγερθείτε, βγείτε στους δρόμους, βγείτε στις πλατείες, εγέρσου, εξεγέρσου, βγες ξανά στην Ομόνοια, πάρε τη ζωή που σου ανήκει, ζήσε τη ζωή που σου ανήκει, πάρε πίσω την Ομόνοια που αγάπησες και περπάτησες, ξαναπερπάτησε στην Ομόνοια, απόκτησε τη ζωή που χρεώθηκες, που τη χρεώθηκες για μια ζωή, ξόφλησε το δάνειο και ζήσε, κάνε ιδιοκτησία τη ζωή σου κι όχι τα σπίτια και τ'αυτοκίνητα και τους δείκτες, άσε τα μετρήματα και τα υπόλοιπα και τα κανονίσματα, ζήσε τη ζωή που περισσεύει, ζήτησε ακόμα κι αυτή που δεν σου ανήκει. Κρύφτηκες πίσω από την ψήφο και έπραξες καθήκον. Καθιστός και κρυμμένος. Ζωή δεν είναι αυτή που σου γράψανε, είναι αυτή που γράφεις, αυτή που θα ζητήσεις. Όρθιος. Στο δρόμο. Στην Ομόνοια. Σ'εκείνη που σου χαμογελά και γίνεται αγκαλιά την ώρα που είναι όλα κλειστά.

0 σχόλια μέχρι τώρα

από την κατηγορία: ζαχαρωτά


μια βραδιά στο Sachsenhausen

E-mailΕκτύπωσηPDF

Ας μιλήσουμε, λοιπόν, για συλλογική ευθύνη, μέσε γερμανέ φίλε.

Το Oranienburg είναι ένας οικισμός, ας πούμε μικρό χωριό, στα βόρεια προάστια του Βερολίνου -περίπου 30 και κάτι χιλιόμετρα από το κέντρο της πόλης. Στα περίχωρα του Oranienburg, δίπλα στις όμορφες και απαράμιλλα ταξινομημένες ρουστίκ μονοκατοικίες, βρίσκεται το μουσείο και τόπος ιστορικής μνήμης γνωστός ως Sachsenhausen. Η κοντινότερη μνήμη της Ιστορίας, αντιστοιχεί το Sachsenhausen με το στρατόπεδο όπου ο Κόκκινος Στρατός της Σοβιετίας κράτησε φυλακισμένους (από το 1945 μέχρι το 1948) τους συνεργάτες των Ναζί, τις οικογένειές τους, καθώς και υπόπτους για άμεση ή ενδεχόμενη συνεργασία με τους Ναζί. Πριν από αυτή τη χρήση, η μνήμη πηγαίνει πίσω στο 1936 οπότε και το γνήσιο τέκνο της παρακμής της Βαϊμάρης -ο ήδη από το 1933 δημοκρατικότατα εκλεγμένος, με ποσοστά κοντά στο 45% και ποσόστωση στο κοινοβούλιο που άγγιζε το 53%- Αδόλφος Χίτλερ, δημιουργεί αυτό το στρατόπεδο συγκέντρωσης προκειμένου να εγκλείσει τους παρείσακτους της κοινωνίας που πορεύεται με το όραμα της τελικής λύσης: αντιφρονούντες, πολιτικοί κρατούμενοι, φιλοσοβιετικοί, ομοφυλόφιλοι, νοητικά στερημένοι, ρομά, μελαμψοί κλπ. Το Oranienburg παρακολουθεί και επαυξάνει. Η εργασιακή προσφορά των -κυρίως ομοεθνών- έγκλειστων είναι ευεργετική για την πληγωμένη γερμανική οικονομία των φιλήσυχων πολιτών έξω από τα συρματοπλέγματα: παραγωγή οικοδομικών υλικών, δοκιμές δερμάτινων παπουτσιών, ιατρικά πειράματα και γενετικές έρευνες. Επίσης, φαίνεται πως οι εργασίες μέσα στο στρατόπεδο τόνωσαν και άλλες οικονομίες: το Sachenhausen υπήρξε η μεγαλύτερη παραγωγική μονάδα πλαστογραφίας βρετανικού χρήματος στην Ευρώπη.

Όμως, όπως σε κάθε υπέροχα ανταγωνιστική οικονομία, το θαύμα της παραγωγικότητας συνοδεύεται από μικρές λεπτομέρειες -τις οποίες, σε αντίθεση με τους κατοίκους του Oranienburg, οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι θα μάθουμε μόλις μερικές δεκαετίες αργότερα: τα παπούτσια δοκιμάζονταν από τους έγκλειστους σε εξαντλητικές πεζοπορίες μεταξύ 20 και 40 χιλιομέτρων την ημέρα, τα ιατρικά πειράματα περιελάμβαναν δοκιμές χημικών πολέμου και φονικών ουσιών, στειρώσεις, ευνουχισμούς, ακρωτηριασμούς, εξευτελισμούς, ενώ η χαμηλή παραγωγικότητα τιμωρούταν με εκτέλεση και φρικώδη βασανιστήρια ή ενισχυόταν με καταναγκαστική πορνεία. 

Arbeit macht frei. Κρατούμενοι του στρατοπέδου
απελευθερώνονται εργασιακά μέσω της καταναγκαστικής εργασίας
στην καύση των βασανισμένων νεκρών συγκρατούμενών τους.

Υπολογίζεται ότι πάνω από διακόσιες χιλιάδες ψυχές πέρασαν την πύλη του Sachsenhausen, μεταξύ 1936 και 1945. Με την έναρξη του πολέμου, η εθνολογική σύσταση του στρατοπέδου άρχισε να ποικίλλει: στρατιωτικοί όμηροι της σοβιετικής αρμάδας, πολωνοί, ολλανδοί, εβραίοι, έλληνες κ.α., ενώ οι εγκαταστάσεις του υπήρξαν πρότυπο για τη δημιουργία των στρατοπέδων συγκέντρωσης εντός και εκτός Γερμανίας, καθώς και εκπαιδευτήρια δεσμοφυλάκων και διοικητών που θα τοποθετούνταν μετέπειτα σε αυτά. Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του -και κυρίως πριν την έναρξη του πολέμου- το Sachenhausen στα μάτια των εντόπιων υπήρξε απλώς μια μονάδα βιομηχανικής παραγωγής, όπου εργάζονταν κρατούμενοι της Βαϊμάρης -οι οποίοι συχνά πυκνά απασχολούνταν καταναγκαστικά και σε εργασίες εκτός του στρατοπέδου, πάντα προς όφελος της τοπικής κοινωνίας και κεφαλαίου, ενώ και ένα μέρος των στρατιωτικών εγκαταστάσεων ήταν προσβάσιμο στους ντόπιους για επίσκεψη.

Κρατούμενοι του Sachsenhausen, με τη χαρακτηριστική
κυανόλευκη ριγωτή στολή, σε δημόσια έργα στο Βερολίνο.

Γερμανοί κρατούμενοι, σημαδεμένοι για να ξεχωρίζουν
κατά την περιφορά τους στους δρόμους του Oranienburg.

Πριν λίγες ημέρες, η ανάμνηση του Sachsenhausen συμπλήρωνε μια τραγική επέτειο: στις 21 Απριλίου του 1945 και ενώ τα σοβιετικά στρατεύματα έφταναν στο Βερολίνο για να καταλάβουν όλες τις στρατιωτικές εγκαστάσεις, ο Χίτλερ έδωσε εντολή να εκκενωθεί το Sachsenhausen και να οδηγηθούν οι κρατούμενοι σε μια παρέλαση θανάτου -όπως έμεινε γνωστή- προς τα βορειοδυτικά, προλαβαίνοντας στο νήμα τον Κόκκινο Στρατό: τριάντα χιλιάδες έγκλειστοι ξεκίνησαν πεζοί αυτή την πορεία, ενώ πίσω στο στρατόπεδο παρέμειναν οι πλέον καταπονημένοι και εξαντλημένοι από τα θηριώδη βασανιστήρια και τις στερήσεις -μόλις τρεις χιλιάδες ψυχές. Μετά την επικράτηση στα οχυρά του Oranienburg, έξι μέρες μετά την εκκένωση του στρατοπέδου, οι σοβιετικές αρμάδες το καταλαμβάνουν και βρίσκουν καμένη γη και ζωντανούς νέκρους. Στους επόμενους μήνες, προσπαθούν να περιθάλψουν τους έγκλειστους -περίπου τριακόσιοι πεθαίνουν στα χέρια τους, ήδη νικημένοι από την ολική εξαθλίωση- και να τους επαναπατρίσουν στις διάφορες γωνιές της Ευρώπης. Όσοι γερμανοί κρατούμενοι έχουν κατορθώσει να δραπετεύσουν από τη θανατική παρέλαση, επιστρέφουν στο στρατόπεδο και καλούν τους κατοίκους του Oranienburg να επσικεφθούν τις εγκαστάσεις και να εξακριβώσουν τα εγκλήματα που συνέβαιναν με την ανοχή τους ή εν αγνοία τους. Δεν βρίσκουν μεγάλη ανταπόκριση: η γερμανική κοινωνία αποδέχεται σιωπηρά την ενοχή της.

Στην παρέλαση θανάτου, ζωντανοί και νεκροί γίνονται ένα.
Όσοι δεν μπορούν να συνεχίσουν λόγω της εξάντλησης
εκτελούνται επιτόπου, ενώ αναφέρονται αφηγήσεις κρατουμένων
που εξαναγκάστηκαν να περάσουν πάνω από πτώματα ή
να κάνουν οι ίδιοι τις εκτελέσεις των συγκρατουμένων τους.

Μόλις οι όμηροι των Ναζί ελευθερωθούν πλήρως, το Sachsenhausen χρησιμοποιείται από τους σοβιετικούς για να φιλοξενήσει τις οικογένειες των Ναζί και τη συνένοχη σιωπή του Oranienburg. Το Σοβιετικό Μουσείο στο βόρειο όριο του στρατοπέδου -φτιαγμένο από ενωτικά γερμανικά χέρια- προσπαθεί σήμερα σχεδόν να εξισώσει τις ανείπωτες ναζιστικές θηριωδίες με τις πολεμικές τακτικές του απελευθερωτικού στρατού. Όμως, το λαμπρό φόρεμα της γυναίκας του ρώσου διοικητή -τεκμήριο της καλής ζωής που έκαναν οι σοβιετικοί άρχοντες εις βάρος των αθώων γερμανών, όπως αναφέρει ο υπομνηματισμός- δεν σου μένει για πολύ στο μυαλό. Η ανάσα βαραίνει με μιας, όταν περνάς μπροστά από το Station Z, όπου Ζ το τελευταίο γράμμα της αλφαβήτου με το οποίο συμβολίζεται χαρακτηριστικά από τους Ναζί ο χώρος των εκτελέσεων, των θαλάμων αερίων και των κρεματορίων. Κάτω από τα ηχεία που έπαιζαν στις διαπασών Βάγκνερ για να μην ακούγονται οι πυροβολισμοί, πάνω από δέκα χιλιάδες σοβιετικοί όμηροι έπεσαν νεκροί από εκτέλεση εξ επαφής -στο λαιμό- μέσα σε διάστημα δέκα εβδομάδων. Κάνω γρήγορα τον υπολογισμό: περίπου 150 εκτελέσεις τη μέρα -μόνο οι σοβιετικοί. Χώρια οι θάλαμοι, τα βασανιστήρια και τα ιατρικά πειράματα.

Ο νους έχει παγώσει, η μηχανή συνεχίζει να τραβάει εικόνες της κτηνωδίας. Να καταγράφει τεκμήρια του χαμηλότερου ορίου που ανέχτηκε ο άνθρωπος για την ύπαρξή του. Η ανάσα έχει βαρύνει κι άλλο, δυσκολεύει πλέον, και θέλεις όσο τίποτα να ρίξει μια μπόρα για να καθαρίσουν οι πέτρες και τα χώματα από την ενοχή όλου του κόσμου. Από μια ενοχή που είναι και δική σου πλέον· ενοχή για το ανθρώπινο είδος, για την δίχως όρια αποκτήνωσή του, για την δίχως όρια απαξίωσή του, για το ότι υπήρξες άνθρωπος ανάμεσα στους άνθρωπους. Και οι άνθρωποι υπήρξαν και αυτό. Και αν δεν το δεις από κοντά ότι συνέβη, αν δεν αγγίξεις το ματωμένο χώμα και δεν περπατήσεις δίπλα στις σκιές, αν δεν σιωπήσεις για να ακούσεις τις ανάσες των αριθμημένων μέσα στους κοιτώνες, είναι σχεδόν αδύνατο να το παραδεχτείς ότι άγγιξες ως άνθρωπος αυτό το όριο. Και ότι το ξεπέρασες, και είχες την όψη του κτήνους· είτε απέναντί σου είτε χαραγμένη πάνω σου.

Ας μην ξαναμιλήσουμε, λοιπόν, για συλλογική ευθύνη
μέσε γερμανέ φίλε μου, γιατί σίγουρα θα σε αδικήσω.
Αλλά ας μη μιλήσουμε γενικά για συλλογικές ευθύνες,
όσο υπάρχει η πανανθρώπινη ευθύνη σ'αυτήν εδώ την κόλαση.

 

Ιστορικά και πληροφορίες για το Sachsenhausen, μπορείτε να βρείτε σε αυτό το λινκ, καθώς και στα λινκς της wikipedia (πατώντας εδώ και εδώ).

Ένα φωτογραφικό οδοιπορικό, μαζί με ιστορικές φωτογραφίες, μπορείτε να δείτε στη σελίδα μου στο flickr, πατώντας εδώ.

1 σχόλιο μέχρι τώρα

από την κατηγορία: χωρίς σάλιο


Η ακίνητη παρέλαση

E-mailΕκτύπωσηPDF

Οι άνθρωποι κρατούσαν Κυριακές στα χέρια τους,
κρατούσανε αγαπημένα ονόματα
και μνήμες από εκδρομές που κάναν κάποτε
στη θάλασσα.
Οι δρόμοι ήταν έρημοι,
η θάλασσα ήταν μακρινή
και τα καράβια
είχαν αναληφθεί στον ουρανό
κι είχανε γίνει σύννεφα.
Οι άνθρωποι κρατούσανε λουλούδια μαραμένα
και κοίταζαν τον ουρανό.
Ένα κακό προαίσθημα βροχής
τους έκανε να μην μπορούν να προχωρήσουν.
Μέναν εκεί ακίνητοι σαν δέντρα
-ή μήπως ήταν ήδη δέντρα;-
Μέναν εκεί ακίνητοι σαν τοίχοι
-ή μήπως ήταν ήδη τοίχοι;-
Ο άνεμος σαν μεθυσμένος ή ανάπηρος
παραπατούσε ανάμεσά τους,
ξήλωνε τις αφίσες που'χανε ντυθεί,
τους γύμνωνε.
Οι άνθρωποι δεν αντιστέκονταν, περίμεναν·
με πέτρινα αγαλμάτινα χαμόγελα
-ίσως και να'ταν ήδη αγάλματα-
καλούσαν τα πουλιά.
Όμως εκείνα είχαν μια κατεύθυνση, ένα σκοπό,
τον ήλιο·
δεν χαμηλώνανε παρά για να πεθάνουν.
Οι άνθρωποι κρατούσανε νεκρά πουλιά στα χέρια,
πουλιά που ήταν κάποτε
χαρμόσυνες αργίες, Κυριακές
και εκδρομές στη θάλασσα.

[Αργύρης Χιόνης, Η ακίνητη παρέλαση, από τη συλλογή Σχήματα απουσίας, 1973]
*η φωτογραφία είναι του Σπύρου Στάβερη, αναδημοσιευμένη από εδώ

1 σχόλιο μέχρι τώρα

από την κατηγορία: του λόγου


σαμπάχ μανές

E-mailΕκτύπωσηPDF

ψάχνοντας άνοιγμα να φύγει...

Το τηλεοπτικό τσιμπούσι της κρατικής προχτές ήταν αφιερωμένο στον Ρασούλη. Έκλεινε χρόνος από το φευγιό του, ενώ στο μεταξύ αυτού του χρόνου μας αποχαιρέτισαν κι άλλοι. Σε κάποιο από τα διαλείμματα της εκπομπής, μαθαίνουμε πως μας αποχαιρέτισε και η Δόμνα Σαμίου. Παύσεις. Τα βλέμματα στο τραπέζι πλατό, όλα στεγνωμένα, χάνονται, αφαιρούνται. Ούτε οι οικείοι συναισθηματισμοί των επετειακών ανακλαστικών, ούτε θλίψη, ούτε πανηγύρια και ζεμπέκικα. Μόνο χαμένα πρόσωπα που μεταφέρουν το μετέωρο αυτής της απώλειας που ακόμα δεν έγινε συνήθειά μας· η αίσθηση πως κάτι σημαντικό έχει χαθεί. Πως κάτι που τόσο το χρειαζόμασταν, μας άφησε -κάτι σαν προδοσία. Σε κάθε ρασουλικό στίχο που ακούγεται, οι θαμώνες νιώθουν· δακρύζουν τραγούδι παρά τραγούδι, πηγαινοφέρνοντας τον κόμπο που'χει φωλιάσει στο λαιμό και παλεύει να γίνει ένα αχ· να φτάσει με ορμή στα χείλη για να μπορέσει να βγει έξω, μαζί με μια ανάσα, και μετά να γίνει ανάσα πάλι, να γίνει στίχος τίποτα δεν πάει χαμένο στη χαμένη σου ζωή και ν'αγκαλιάσει τον κόσμο, να λύσει το ξόρκι αυτής της προδοσίας, το συνομωτικά μιλημένο φευγιό των ποιητών μας. Μάταια. Είναι γραφτό στους δύσκολους καιρούς οι ποιητές να σωπαίνουν. Δειλοί· μα το κουράγιο του δειλού είναι μεγαλύτερο απ'όλων των άλλων.

Δεν χρειάζεται να δεις ειδήσεις για να καταλάβεις τι κρίση περνάμε και τι χαμός γυρίζει στα κεφάλια μας. Αρκεί να συνειδητοποιήσεις πως δεν υπάρχει τώρα κάποιος να γράψει οι κυβερνήσεις πέφτουνε μα η αγάπη μένει, κι αυτό να'ναι κάτι· να'ναι η παρηγοριά σου, ο χαβαλές σου, ο χορός σου, η αλεγκρία του μεσημεριού της Κυριακής με τους οικογενειακούς φίλους γύρω από το τραπέζι, το ραδιοκύμα που σώζει τη ζωή σου καθώς χάνεσαι από φανάρι σε φανάρι με την ταχύτητα πρώτη, δευτέρα, πρώτη. Από τον Vic και τον Μανώλη μέχρι τον Θόδωρο και την Etta, το κενό μεγαλώνει και σου παίρνει το κεφάλι. Το κενό αυτό είναι η πραγματική χρεωκοπία μας. Η λίστα αυτή μας παίρνει τα κεφάλια. Κι αργεί ακόμα απ'το διάφανο το τραύμα το γλυκό, ένα σαμπάχ μακριά να φτερουγίσει.

0 σχόλια μέχρι τώρα

από την κατηγορία: ζαχαρωτά


στις αποβάθρες πια δεν έχουμε ζωή

E-mailΕκτύπωσηPDF

 

Στους σταθμούς και στους συρμούς του ηλεκτρικού οι προειδοποιήσεις είναι επίμονες και επιτακτικές. Η ευγενική φωνή της κοπέλας ανησυχεί για τις ιδιοκτησίες του κόσμου, ανησυχεί για τον κόσμο της ιδιοκτησίας. Ακούγεται ταυτόχρονα σε όλα τα βαγόνια, σε όλες τις αποβάθρες, μπορεί και απευθύνεται σε όλους τους επιβάτες, διαπερνά τα ακουστικά του πλέηερ σου, σκίζει στα δύο τις σελίδες του βιβλίου που διαβάζεις, μπλέκεται στις σκέψεις σου και χαλάει το παιχνίδι τους, σταματάει με βία το κόλλημα του βλέμματος, τσαλακώνει τη μετρό εφημερίδα που άφησε ο διπλανός και προσπαθούσες από απόσταση να διαβάσεις για να σκοτώσεις χρόνο, για να σκοτώσεις τον χρόνο, στέλνει στο διάολο την αφηρημάδα μεταξύ αττικής και βικτώριας, το δικαίωμα σε αυτόν τον ελάχιστο χρόνο που μπορείς να έχεις μέσα στη μέρα, αφοσιωμένο στο τίποτα, στο πάγωμα κάθε σκέψης και κάθε βλέμματος, στο διάκενο μεταξύ σκέψης και βλέμματος, ελάχιστο όσο και το διάκενο μεταξύ συρμού και αποβάθρας, προσοχή στο διάκενο μεταξυ συρμού και αποβάθρας. Η γοητεία του κενού των καθημερινών κινήσεων σημειώνει μια μικρή ήττα. Παρακαλούνται οι επιβάτες να προσέχουν τα προσωπικά τους αντικείμενα. Μπορεί και μιλάει σε όλα τα βαγόνια, αλλά όχι για να τους πει καλημέρα ή σήμερα είμαι λυπημένη γιατί τα χάδια του κόσμου λιγόστεψαν ή κοιτάξτε ψηλά τον ήλιο μόλις βγούμε από τη στοά του Θησείου, είναι μαγευτικός σήμερα ο ήλιος στο Θησείο ή παρακαλούνται οι επιβάτες με λήγοντα στο έξι να ερωτευθούν αυτούς με λήγοντα στο εννιά. Η φωνή συνεχίζει να ενημερώνει για την ιδιοκτησία του κόσμου. Τώρα στα αγγλικά, πιο ξεκάθαρη και συγκεκριμένη. Their belongings. Τις μικρές ιδιοκτησίες τους. Εξυπακούεται πως όλοι μέσα στο βαγόνι έχουν κάποιες ιδιοκτησίες, ακόμα κι αυτοί που πιστεύουν πως δεν έχουν, ακόμα κι αυτοί που δεν πιστεύουν γενικά στις ιδιοκτησίες. Εξυπακούεται πως και έξω από το βαγόνι, στο σταθμό ας πούμε, στην υπόγεια διάβαση, κι αυτοί όλοι έχουν ιδιοκτησίες.

Όλοι έχουμε ιδιοκτησίες. Ζωή είναι που δεν έχουμε. Που κάποιοι, έστω, δεν έχουμε, για να μη με λες και μελοδραματικό. Γι'αυτό και δεν είναι απαραίτητες οι σχετικές προειδοποιήσεις. Παρακαλούνται οι επιβάτες να προσέχουν για τη ζωή τους, στον επόμενο σταθμό παρατηρείται βαρομετρικό φασιστικό, σα λουλούδι κάποιο χέρι θα τους κόψει μια χρυσή αυγή. Κι εσύ αναρωτιέσαι πως διάολο γίνεται αυτό, πως γίνεται να μην έχουμε όλοι ζωή, πως γίνεται να έχουμε όλοι ιδιοκτησίες, πως γίνεται η αστυνομία να μην έρχεται, ο μετανάστης να ματώνει, ο διπλανός σου να ματώνει, ο κόσμος να μην ξέρει, η φωνή να μην ξέρει, να μη λέει τίποτα, παρακαλούνται οι επιβάτες να ξέρουν, πως γίνεται οι υπεύθυνοι να μην κάνουν τίποτα, να μην ξέρουν. Κι όμως. Η αστυνομία ξέρει, οι σεκιούριτοι ξέρουν, η φωνή ξέρει, όλοι ξέρουν. Αλλά είναι, βλέπεις, που δεν έχουν όλοι ζωή, δεν την έχουν αυτήν την ιδιοκτησία. Άρα δεν έχουν και κάτι να χάσουν. Παρακαλούνται οι επιβάτες που δεν έχουν κάτι να χάσουν, να μην ανησυχούν για τίποτα. Χωρίς αγγλικά μετά, ποιος ξέρει αγγλικά άλλωστε. Παρακαλούνται οι επιβάτες που δεν έχουν πια ζωή, να εξέλθουν από το συρμό.Ο συρμός έχει δρομολογηθεί για δουλειές, ομόνοια, πειραιά, γραμμή ένα, ανταπόκριση για γραμμή δύο, σύνταγμα, εθνική άμυνα. Το δρομολόγιο δεν πάει στον κάτω κόσμο, πάει στις δουλειές.Παρακαλούνται οι επιβάτες που δεν έχουν δουλειά, να πάνε στον κάτω κόσμο. Στην επόμενη στάση, σα λουλούδι κάποιο χέρι μιας χρυσής αυγής θα φροντίσει γι'αυτό.

 

 


 


6 σχόλια μέχρι τώρα

από την κατηγορία: ζαχαρωτά


ντόρος μπακογιάννη

E-mailΕκτύπωσηPDF

Αν θέλετε άλλο σύστημα, η μόνη εργατική λύση είναι να πάτε στη Βόρειο Κορέα. Είναι το μόνο εργατικό σύστημα στη δημοκρατία σήμερα, εάν δεν σας αρέσει η δημοκρατία που έχουμε.

(χειροκρότημα δημοκρατών)

Γιατί εμείς έχουμε δημοκρατία. Και στη δημοκρατία, όλοι χωράνε. Και τα μηδενικά. Ας πούμε, εγώ μπορώ να μιλάω σαν πολιτικός αρχηγός, παρ'ότι για τη βουλή και τους θεσμούς δεν έχω υπάρξει ποτέ, είμαι απλώς μια απολωλούσα που εκλέχτηκε με τη βοήθεια άλλου κόμματος, παζαρεύοντας από κοινού με συναδέλφους και ψηφοφόρους για να έχω κι εγώ τους σταυρούς μου, εξαντλώντας όλη την κεκτημένη ιστορία της παράταξής μου και της οικογένειάς μου και να'μαι τώρα εδώ, ελεύθερη, ανεξάρτητη, ισότιμη στις συνομιλίες με τα άλλα μηδενικά και τις σχετικές πλειοψηφίες.

Δες και τους άλλους όμως. Δεν πάνε πίσω από δημοκρατική συνείδηση. Διαγράφουν τους βουλευτές τους, αλλά δεν τους διαγράφουν από το κόμμα -μην αδειάσει και το μαγαζί. Τους αφαιρούν τη μόνη ιδιότητα που απέκτησαν δημοκρατικά, τους σουτάρουν από την κοινοβουλευτική ομάδα στην οποία εκλέχτηκαν από το λαό -τον κυρίαρχο λαό, αν μιλάμε για την κυριακή των εκλογών- τον ίδιο λαό που ψηφίζοντάς τους, έδωσε και συνολικές ψήφους στο κόμμα, ανεβάζοντας τα ποσοστά του. Έτσι, η σχετική πλειοψηφία γίνεται ακόμα λιγότερο σχετική, γίνεται σχεδόν άσχετη, αλλά τώρα δεν πειράζει γιατί προλάβανε και φτιάξανε κυβέρνηση με τους άλλους, άρα πάει η παλιά εντολή, ας γιορτάσουμε παιδιά, και των εκλογών ο πόθος ας κοιμάται στην καρδιά. Αν πριν αγγίζανε το 30% σε αντιπροσώπευση του εκλογικού σώματος -για να μην πούμε για πραγματικούς αριθμούς και αντιπροσώπευση επί του συνόλου των ελλήνων- φανταστείτε τώρα για τι εκπροσώπηση μιλάμε. Ο εκλογικός νόμος να'ναι καλά, να έχω κι εγώ ψωμί. Να'ναι καλά, να τους κόβει βουλευτές, να μου δίνει μέρες.

Δες όμως και τ'αρχίδια μας τα δυό που κάνουν δηλώσεις σχεδόν ως πολιτικοί αρχηγοί, ως σημαίνοντα πρόσωπα, παρ'ότι τώρα, διεγραμμένοι και προδοτικά ατιμασμένοι από τον φύρερ τους, δεν εκπροσωπούν ούτε τ'αρχίδια μας τα δυό. Είπαμε όμως, στη δημοκρατία κάθε μηδενικό πρέπει να έχει θέση. Είπα μηδενικό τώρα και θυμήθηκα τον παπαδήμο. Είδες προκοπή ο άνθρωπος στη δημοκρατία; Χωρίς κόμμα, χωρίς λοβιτούρες, χωρίς φατρία, χωρίς μεγάλο τζάκι, κι όμως μια χαρά δοτός τα κατάφερε, μια χαρά κυβέρνηση έφτιαξε, μάζεψε όλα τα μηδενικά, πέρασε για νόμους και μέτρα ό,τι του σφυρίξανε, κέρασε αρχαία και θάλασσες την τρόικα, κέρασε ανταγωνιστικότητα τον άστεγο και το μετανάστη, κέρασε και τους μεταξεταστέους από μια επανάληψη όλου του περιοδικού πίνακα, φέρνοντας τη νέα εκπαιδευτική μέθοδο, την ψεκαστική. Τι φωνάζετε λοιπόν και χαλιέστε;

Είπαμε, αν θέλετε εργατικές λύσεις, να πάτε στη Βόρειο Κορέα. Να πάτε και στο Βόρειο Σέλας, δεν μας νοιάζει. Εδώ έχουμε δημοκρατία· και σ'όποιον αρέσει. Σ'όποιον δεν αρέσει, δόξα τω θεώ δημοκρατία έχουμε, θα τον κάνουμε να του αρέσει. Εδώ δεν είναι Βόρειος Κορέα, εδώ είναι παίξε γέλασε.

δική σας,

Ντόρα η οπορτουνίστρια

(χειροκρότημα τεχνοκρατών)

Άλλη μια συνηθισμένη μέρα δημοκρατίας στο κοινοβούλιο,

με χαρακτηριστικούς εκπροσώπους της δημοκρατίας σε πρώτο πλάνο.


2 σχόλια μέχρι τώρα

από την κατηγορία: χωρίς σάλιο


υπερασπίζοντας την ποιητική της άλλης θάλασσας

E-mailΕκτύπωσηPDF
Τι μπορεί να κάνει ένας ποιητής;
Να τραγουδήσει την επανάσταση, να κλάψει τους νεκρούς,
να επικαλεστεί το χαμένο πρόσωπο της ελευθερίας
Θόδωρος Αγγελόπουλος

Μέσα στις νεκρολογίες και τα αφιερώματα για τον Θόδωρο Αγγελόπουλο την προηγούμενη εβδομάδα, εντύπωση προκάλεσε η αμετροεπής θρηνολογία των social media, όψιμα λιβάνια των δύο κλικ και δύο λινκ –ένας θρήνος χωρίς βάσανο, χωρίς σταύρωση– αλλά και οι έντυπες εκφράσεις μιας δήθεν απομυθοποίησης εν είδει ψύχραιμης αποτίμησης της παρακαταθήκης του δημιουργού. Κι αν ο ΔΟΛιος Δανίκας εξωτερίκευσε για άλλη μια φορά τη συνέπεια της εμπάθειας και αμάθειάς του, εντελώς άκομψα και ασεβώς –κι ενώ ακόμα ο νεκρός ήταν άταφος– οι νηφάλιες φωνές της αστικής γραφής και ανάγνωσης διατύπωσαν πιο περίτεχνα και ευγενικά την απόστασή τους από το έργο του δημιουργού.

Ο Νίκος Ξυδάκης της Καθημερινής, σε κείμενο με τίτλο «Η αισθητική της ήττας» στο προσωπικό του blog (vlemma.wordpress.com), αναγνώρισε στις εικόνες του Αγγελόπουλου «ακραίο φορμαλισμό και απόλυτο πάγωμα συναισθημάτων», «κατεψυγμένη, υπερκαλαίσθητη φόρμα, σταθερή απομάκρυνση από το ζέον βίωμα και το κινδυνώδες συναίσθημα, (...) καταστολή της θυμικής αντίδρασης του θεατή», που έπλασαν «μια χώρα μυθική» και έναν καλλιτεχνικό κόσμο «απ’ όπου απουσιάζουν ηχηρά ο ερωτισμός, το λαϊκό στοιχείο, τα αισθήματα», που «αποστρέφει το πρόσωπό του από τη σάρκα και το χώμα, βουλιάζοντας στα σύμβολα, τις ιδέες» και όπου η Ιστορία συντρίβει τους ανθρώπους «ή το πολύ τους γνέφει κάτι αδιόρατο που μόνο αυτοί αντιλαμβάνονται». Στη συνέχεια, με ένα σλάλομ αντιδιαλεκτικών συλλογιστικών αλμάτων, ο αρθρογράφος καταλήγει να εγκαλεί τον δημιουργό (και την Αριστερά της μεταπολίτευσης) επειδή στο έργο του (και με το έργο του) «ξεχάστηκε ο άτακτος και ο οραματιστής, θάφτηκε το ηρωικό στοιχείο» και «επικράτησε ο μικροαστός, ο μικρομεσαίος επιβιωτής», ο οποίος, σε μια μανδραβελική επωδό νεοφιλελεύθερης ιδιωτείας και ανέμπνευστης ειρωνείας, είναι αυτός που «ενώ χτίζει τριάρι με αντιπαροχή και υλικά κατεδαφίσεως, ταυτοχρόνως και κατά αντιδιαστολή τραγουδάει νοσταλγικά το γεράνι και την αυλίτσα».

Όμως, το έργο του Αγγελόπουλου δεν ήταν το γεράνι και η αυλίτσα, δεν ήταν νοσταλγικό έπος και θοδωρακικό άλλοθι του λαϊκού πασόκου, δεν απευθύνθηκε στον μικροαστό επιβιωτή, δεν τον εξέφρασε και γι’ αυτό δεν εκτιμήθηκε ούτε υμνήθηκε απ’ αυτόν – όπως αντιφατικά καταλήγει ο αρθρογράφος («οι ταινίες του όχι μόνο δεν ήταν λαϊκές, αρεστές και αποδεκτές από τον λαό, αλλά έφερναν αδιαφορία, χασμουρητά και δυσφορία στις μάζες»). Αντίθετα, ίσως αυτό το μοντέλο μικροαστικού πολιτισμού ήταν που -προς χάριν της απόλαυσης μιας πλασματικής ευμάρειας και εις βάρος της συνέχειας ενός μεγάλου πολιτισμού- συνέδραμε στην τοπική, άρα περιορισμένης εμβέλειας, ήττα αυτής της ιδιαίτερης κινηματογραφικής γλώσσας και της μοναδικής δημιουργικής συνέπειας. Αυτό όμως χαρακτηρίζει και το υποκριτικό προσωπείο του αστικού καθωσπρεπισμού, που όσο κερδίζει σε νηφαλιότητα και τρόπους, τόσο χάνει σε νόημα και αγωνία: θωπεύει όψιμα τις επίκαιρες ανησυχίες του Άη Λαού, ενίοτε και τους άναρθρους κομπασμούς του, εξορίζοντας ως μη πραγματική την Ιστορία, τη διαλεκτική, το χρόνο που κρίνει αλλιώς, την παγκοσμιότητα της τέχνης, των αναγνώσεων και των κοινωνικών οραμάτων. Και ξάφνου, για τους εστέτ έγιναν κριτήριο οι μάζες.

Η ΒΑΡΚΙΖΑ ΤΩΝ ΑΣΤΩΝ: Η ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΝΤΙΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ

Στον ανερμάτιστο λόγο των νικητών που αγωνιούν για την αισθητική της ήττας (sic) -ενώ ιστορικά εχουν πιστωθεί την ήττα της αισθητικής- ο ηττημένος εγκαλείται γιατί «κόλλησε ο χρόνος στη Βάρκιζα του θρήνου, και όχι στη Λαμία του Άρη». Αυτός που δεν θρήνησε καμία Βάρκιζα, που δεν κατέχει από ιστορικούς θρήνους, τώρα αναπολεί μια άλλη Βάρκιζα, έναν Άρη εικόνισμα. Εκείνος που δεν έβγαλε πληγές, εύκολα τις περιγελάει, έγραφε ο Σέξπηρ. Κι όμως˙ οι διαπιστώσεις περί της εμμονικής προσκόλλησης του Αγγελόπουλου στις ιστορικές ήττες, καθώς και οι εγκλήσεις για τη μικροαστική συστολή του οράματός του, δεν έχουν ψυχογενή ή άλλως θυμική αφετηρία, ούτε και μαρτυρούν απαραίτητα κάτι για την αισθητική παιδεία και τα γούστα του κάθε κριτικού. Απολύτως συνειδητά, αυτές οι αιτιάσεις απαντώνται στην αγωνιώδη προσπάθεια του άρχοντος πολιτισμού να νουθετήσει την κραυγή της άλλης θάλασσας και να δαμάσει τα άλλοτε ορμητικά νερά της· να πατεντάρει την ονείρωξη μιας Αριστεράς κομμένης, ραμμένης και λειτουργικά κοιμωμένης στα στείρα περιθώρια μιας καθεστωτικής νιρβάνας· να καταγράψει μια και καλή στα κιτάπια των αφηγήσεών της μια διαλεκτική ασάλευτη, μια διεκδίκηση χαμένη, μια γενιά ηττημένη, ιστορικά περαιωμένη και ξεπερασμένη. Η νέα Βάρκιζα της αστικής διανόησης επιχειρεί να στρογγυλοποιήσει τα ιστορικά σχήματα, αναγνωρίζοντάς τα ως κλειστά, τελειωμένα, σφραγισμένα· έτσι άλλωστε –και μόνον έτσι– κατοχυρώνεται η ακινδυνότητά τους, έτσι εξασφαλίζεται η γραφικότητα της αλήθειας τους, έτσι αποφορτίζονται από τον ανατρεπτικό ρόλο τους και αποστειρώνονται από την αγωνία τους. Σ’ αυτό συνήθως βοηθούν καίρια οι πομπώδεις βραβεύσεις και οι παράτες της θεσμικής αναγνώρισης, με τους δεκάρικους για μουσική υπόκρουση. Οι άλλες θάλασσες που οραματιζόταν ο Θόδωρος μέχρι τέλους, φανερώνουν ότι ο ίδιος δεν υπέκυψε στις πρόσκαιρα λαμπερές αναγνωρίσεις.

Παράλληλα, είναι μεθοδολογικό ατόπημα να προσπαθεί κανείς να προσεγγίσει τόσο αντιδιαλεκτικά ένα έργο που έχει τη διαλεκτική σε πρώτο πλάνο και συνομιλεί με την Ιστορία μέσα από κάθε κανάλι και χαραμάδα της, τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς τη μορφή. Η μεταχείριση των διαλεκτικών σχημάτων ως πεπερασμένες (και ιστορικά ξεπερασμένες) αλήθειες, όταν μάλιστα η σκόνη του χρόνου δεν έχει γίνει ακόμα πέτρωμα να καλύψει για πάντα την ελπίδα και το όνειρο, δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε μια κατακλείδα λαθροχειρίας – αναφορικά πάντα με τη χαρτογράφηση των προθέσεων του δημιουργού.

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΗΤΤΑ ΣΤΗΝ ΟΥΤΟΠΙΑ

Είναι όμως η ήττα το αντικείμενο γύρω από το οποίο περιστρέφεται και μέσα στο οποίο αναπνέει, το εικονοκλαστικό σύμπαν του Αγγελόπουλου;

Σε δυσαρμονία ίσως με την Αριστερά των μεταπολιτευτικών συμβάσεων, το καλλιτεχνικό –φύσει και θέσει ανθρωπιστικό– όραμα του Αγγελόπουλου δεν εγκλωβίστηκε στην ήττα, δεν μεμψιμοίρησε τις ιστορικές ματαιώσεις, δεν λιβάνισε τα ταξικά κεκτημένα. Αντίθετα, μέσα από την ήττα και με δυνατό φως που κάνει ορατό το τοπίο πέρα από την ομίχλη, αναδεικνυόταν πάντα επιτακτικά η ανάγκη για την ανατροπή των ιστορικών βεβαιοτήτων και νομοτελειών· μέσα από την ήττα ο δημιουργός αντλούσε την ελπίδα και της έδινε πάντα τις λέξεις, τις εικόνες και τη μουσική, ώστε αυτή να γίνει πλέον δικό μας ζέον βίωμα και κινδυνώδες συναίσθημα. Το έργο του εικονογραφεί μοναδικά και ποιητικά –και γι’ αυτό παρήγορα– την ήττα, πενθεί τις ματαιώσεις –αναπολώντας έτσι το σχέδιο ενός άλλου κόσμου που παραμένει πάντα εφικτός–, κουβαλάει όλη τη μνήμη των ζώντων για τους νεκρούς, του παρόντος για το παρελθόν, ως συνθήκη για το μέλλον. Οι πρωταγωνιστές του μύθου –οι μάρτυρές του– μπορεί να παραδέχονται την ήττα, αλλά ποτέ δεν την αποδέχονται.

Τα κόκκινα λάβαρα της λυρικής βαρκάδας των Κυνηγών, είναι μαύρα στο Λιβάδι που δακρύζει σε μια αριστουργηματική σκηνή διαλεκτικής αντιδιαστολής – μαύρο του πένθους, μα και της άγριας διαμαρτυρίας. Στο Λιβάδι, ο πάτερ φαμίλιας του χωριού που κηδεύεται λέγεται Σπύρος, όπως κι ο πολιτικός εξόριστος που επιστρέφει στο Ταξίδι στα Κύθηρα, όπως κι ο Μελισσοκόμος – Σπύρος εκ του «σπέρνω» που εννοιολογικά παραπέμπει στο σπόρο, τη φύτρα σε μια δυνάμει ζωή, όπως σημειώνει ο Ραφαηλίδης. Το σπίτι του είναι ίδιο κι απαράλλαχτο με το σπίτι του Μεγαλέξαντρου. Κι η Ελένη, μυθολογικός φορέας της μεγάλης τραγωδίας και απόλυτη ενσάρκωση του οράματος ενός πουκάμισου αδειανού, είναι πανταχού και πάντοτε παρούσα. Τα σημάδια της ήττας δεν κρύβονται, αφού είναι πληγές· βαθιές ουλές στο σώμα της Ιστορίας. Κάπου ματωμένα ο Σαχτούρης φωνάζει στη σιωπή του: Δεν έχω γράψει ποιήματα, μόνο σταυρούς σε μνήματα καρφώνω.

Κι όμως. Μετά από το αιματοβαμμένο οδοιπορικό του βαλκάνιου δράματος του Βλέμματος, ο Οδυσσέας επιμένει πως θα ξαναγυρίσει «με τ’ όνομα και τα ρούχα ενός άλλου». Στο Μετέωρο Βήμα, οι εργάτες, ανεβασμένοι στα σύρματα, δουλεύουν μέρα νύχτα για να αποκαταστήσουν την επικοινωνία του κόσμου. Στη Σκόνη του Χρόνου ο παππούς με το βλέμμα ενός μαρτυρικού αιώνα –Σπύρος κι αυτός– βαδίζει χέρι-χέρι με τη μικρή Ελένη στο χιόνι του Βερολίνου, στο άσπρο της αγνότητας, παραδίδοντάς της όλη την ελπίδα, όλη τη μνήμη, το δικαίωμα στο Τρίτο Φτερό, το βάδισμα προς την ουτοπία, μέχρι τέλους. Στο φινάλε του Τοπίου στην ομίχλη, όταν ο μικρός Αλέξανδρος γνέφει στην αδερφή του «μη φοβάσαι», η ομίχλη διαλύεται μαγικά και ένα άλλο τοπίο προβάλλει: ένα καταπράσινο λιβάδι και πιο πέρα ένα γαλάζιο δέντρο, φωτεινά σαν την Πρώτη Μέρα της Δημιουργίας.

Γι’ αυτό και η ουτοπία στις εικόνες του Αγγελόπουλου δεν ορίζεται από πραγματιστικές συντεταγμένες ούτε απαντάται στη γεωγραφία των αριθμών και των δεικτών ανάπτυξης. Είναι ένας τόπος οικείος για τους πολιορκητές του ουρανού, όπου φτάνει κανείς ακολουθώντας δρόμους τρυφερούς που τον δέχονται, διασχίζοντας θάλασσες, τις άλλες θάλασσες. Και πάντα πίσω από το θόρυβο της βροχής μπορεί να ακούσει κανείς τη μουσική· οι εικόνες και οι λέξεις τραγουδάνε το όραμα, τη διαφυγή, την ανατροπή, το όνειρο, την ελπίδα· τον άνθρωπο με τις αντιφάσεις του, τις αυταπάτες του και τις διαψεύσεις του, αλλά πάντα πρωταγωνιστή στη μεγάλη ανθρώπινη περιπέτεια, την περιπέτεια που ποτέ δεν τελειώνει.


[ένα μέρος του κειμένου είναι γραμμένο για την εφημερίδα Πριν,
δημοσίευση: αρ.φύλλου 1072, 05.02.12

0 σχόλια μέχρι τώρα

από την κατηγορία: των εικόνων


ταξίδι στην άλλη θάλασσα

E-mailΕκτύπωσηPDF

Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός, μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει
Γιάννης Ρίτσος

Ακόμα δεν το έχω χωρέσει. Η λέξη «θάνατος» δίπλα στο όνομα του Θόδωρου Αγγελόπουλου δυσκολεύεται απελπιστικά να ταιριάξει. Διαβάζω συνέχεια τα πρωτοσέλιδα -την οριστική πληροφορία, την καταγραφή μιας τραγωδίας στην εδώ θάλασσα, την πραγματική- για να το πιστέψω. Δεν μπορώ να συγχρονιστώ, βρίσκομαι ακόμα στην άλλη θάλασσα, την πιο πραγματική –την πιο οικεία, την πιο φιλόξενη. Για την ακρίβεια, την πλέον φιλόξενη. Αυτός ίσως να είναι και ο λόγος που νιώθω βασανιστικά ξεκάθαρα ότι έφυγε ένας κοντινός άνθρωπος.

Κοντινοί είναι οι άνθρωποι που τους έχεις μεγάλη ανάγκη, που δημιουργείς δεσμούς μαζί τους, που χρειάζεσαι το άγγιγμά τους, που ανοίγουν πόρτες για να μπει ορμητικά το φως, που προχωράνε στην ομίχλη και φτιάχνουν μέσα της ξέφωτα για να βρίσκουν απάγκιο οι φόβοι και τα βλέμματα, οι δικοί σου φόβοι και τα δικά σου βλέμματα. Κοντινοί είναι οι άνθρωποι που σου δημιουργούν ανάγκες, που σε παίρνουν από το χέρι να προχωρήσετε μαζί στην ομίχλη, απλόχεροι στα ξέφωτα και τσιγκούνηδες στην παραίτηση, που σε αγγίζουν χωρίς να το ζητάς, χωρίς να το χρειάζεσαι, που σε μεγαλώνουν, δεν σε μικραίνουν, που ανοίγουν το ακρινό παράθυρο που μπάζει το φεγγάρι.

Ναι, είχαμε ανάγκη την Άλλη Θάλασσα. Όσο ανάγκη έχουμε και το Θίασο. Είχαμε ανάγκη κάθε θάλασσα του Θόδωρου, κάθε πέρασμα στην άλλη όχθη απόψε, κάθε ανάσα των εικόνων του, κάθε άγγιγμα στην Ιστορία που μας ορίζει. Η άλλη θάλασσα της ποίησής του έγινε το κανάλι για να ταξιδεύουμε στην ουτοπία, τον πιο πραγματικό τόπο που πατήσαμε στη μικρή ζωή μας. Γι’αυτό, το βιαστικό ταξίδι του Θόδωρου για την άλλη θάλασσα του εδώ κόσμου, πριν ολοκληρώσει το ταξίδι στην άλλη θάλασσα της ουτοπίας, μεγαλώνει τη μελαγχολία, ορίζει τη θλίψη. Και η μελαγχολία του τέλους του αιώνα, που με αγωνία ομολογούσε στο Μετέωρο βήμα του πελαργού, βάρυνε κι άλλο, από τη μελαγχολία των μεγάλων αποχαιρετισμών.

Καινούριους τόπους δεν θα βρούμε, δεν θα βρούμε άλλες θάλασσες, μας γνέφει ο αλεξανδρινός ποιητής. Οι πόλεις θα μας ακολουθούν, στους δρόμους θα γυρνάμε τους ίδιους. Κι εμείς, στους δρόμους και στις πόλεις θα γυρέυουμε πάντα τις άλλες θάλασσες, εκεί μάθαμε αδέξια και λαθραία να γυρεύουμε τις θάλασσες, στις πόλεις αυτές θα ζούμε ως πρόσφυγες –εμείς οι θαλασσινοί- στους δρόμους αυτούς θα σκοτώνονται οι ποιητές μας, στις πόλεις αυτές θα συνωστίζονται όνειρα και ματαιώσεις, εικόνες και αγγίγματα, προκλήσεις και περάσματα, όρια και ξεπεράσματα. Στους δρόμους αυτούς θα τριγυρνά χωρίς σκοπό μια άχρηστη ελλάδα που σπέρνει θάνατο, πάνω σε μηχανάκια ή τρίκυκλα, σε ώρα υπηρεσίας ή καθ’υπέρβαση καθήκοντος, άθελά της ή με δόλο, θα σπέρνει θάνατο, στους νέους, στους ποιητές, στους αγωνιστές, στην πλέον πολύτιμη ελλάδα, σε ό,τι αναπνέει και δεν μυρίζει θάνατο. Ο κινηματογράφος, ό,τι δεν αγαπάει το θάνατο, έγνεφε ένας άλλος ποιητής.

Τώρα όμως οι δρόμοι σκοτεινιάζουν κι άλλο, η πόλη κλείνεται στο σπίτι της, κλείνεται στα σπίτια μας, ο καθένας έχει την πόλη του, καθένας και μια αναβολή, το ταξίδι στην άλλη θάλασσα απομακρύνεται, η ουτοπία ματώνει από τις ματαιώσεις μας, οι ποιητές σωπαίνουν, οι ειδικοί φρουροί δεν φρουρούν τους ποιητές μας, φρουρούν τη σιωπή τους, φρουρούν τους σκοτεινούς καιρούς. Η καθημερινή χυδαιότητα έγινε συνήθειά μας, οι ευαισθησίες μας δεν χωράνε στις αγορές του κόσμου, συνηθίσαμε την όψη του τέρατος, συνηθίσαμε την πόλη και τους δρόμους, η πραγματικότητα έγινε αγοραία κι αυτή, δεν την αναγνωρίζουμε, δεν έχει θάλασσα. Τώρα πια δεν έχει και καπετάνιο.

Στο Βλέμμα του Οδυσσέα, ο Έρλαντ Γιόζεφσον της ταρκοφσκικής Θυσίας, αφηγείται μία στροφή του Ράινερ Μαρία Ρίλκε: Τη ζωή μου ζω σε κύκλους που όλο αυξαίνουν, που πάνω από τα πράγματα όλο αυξαίνουν, τον τελευταίο μπορεί να μην τον κλείσω, μα θα το προσπαθήσω. Κι ένας άλλος συντοπίτης του ποιητής, του χαμογελάει, από μια περασμένη εποχή, τον ακουμπάει συντροφικά στην πλάτη και μπορεί να του υποσχεθεί πως όλη η παρηγοριά του κόσμου βρίσκεται σε μια ερώτηση. Στους σκοτεινούς καιρούς θα τραγουδάμε ακόμα;

Ναι Θόδωρε, ναι Μπέρτολτ, ναι σημαίες της θλίψης μας, θα τραγουδάμε ακόμα. Για τους σκοτεινούς καιρούς θα τραγουδάμε, όπως μας το ζητήσατε. Η άλλη θάλασσα είναι αυτή η θάλασσα, αυτή που τώρα σε αποχαιρετά και σου υπόσχεται πως όλη η παρηγοριά του κόσμου είναι το ταξίδι σ’αυτήν εδώ τη θάλασσα, το ταξίδι που ποτέ δεν τελειώνει, το ταξίδι σε έναν κόσμο που δεν άλλαξε όσο κι αν το ονειρευτήκαμε, την περιπέτεια ανάμεσα σ’ένα κάλεσμα κι ένα άλλο, ανάμεσα σ’ένα αγκάλιασμα κι ένα άλλο, το ταξίδι που μας έμαθες και που τώρα πια χωρίς καπετάνιο, μόνοι –ακόμα πιο μόνοι- θα κάνουμε. Μα θα το προσπαθήσουμε.


[γραμμένο για την εφημερίδα Πριν,
αρ.φύλλου 1071, 29.01.12]


0 σχόλια μέχρι τώρα

από την κατηγορία: ζαχαρωτά


ο μεταίχμιος λόγος ενός δημιουργού

E-mailΕκτύπωσηPDF

Η λέξη "μετέωρο" σημαδεύει το δισταγμό ανάμεσα σε ένα καμμένο χθες και σε ένα άγνωστο αύριο.

Η ταινία ασχολείται με το πρόβλημα των συνόρων σαν πρόβλημα ορίων, όχι μόνο γεωγραφίας αλλά όριο λόγου, όριο ανάμεσα στο χθες και το αύριο, όριο επικοινωνίας. Το πρόβλημα των συνόρων, ιδωμένο από όλες του τις πλευρές, ακόμη και από την υπαρξιακή του πλευρά. Τα όριά μας, τα όρια της ύπαρξης. Το σύνορο ανάμεσα σε έναν εγκλωβισμό που είναι η ίδια μας η ύπαρξη και την ελευθερία πέρα από αυτό που είναι ένα καθαρά υπαρξιακό πρόβλημα.

Η Αριστερά είναι πολύ φυσικό να έχει όλη αυτή την προβληματική. Να αισθάνεται δηλαδή την απώλεια και το κενό. Εκείνο που είναι βέβαια σημαντικό είναι ότι δεν βλέπει ακόμη κανένα αύριο.

Μπορεί να γίνει ολόκληρη ανάλυση του τι σημαίνει το βίαιο πέρασμα από εβδομήντα χρόνια "κρατικού καπιταλισμού" σε μια κατάσταση ελεύθερης αγοράς. Είναι τέλος των ψευδαισθήσεων, αν βέβαια υπήρξαν. Το ερώτημα όμως είναι πόσο από τους ανθρώπους αυτούς πίστευαν στο λεγόμενο σοσιαλιστικό πείραμα. Αυτά που συμβαίνουν αυτή τη στιγμή εκεί, η έξαρση του εγκλήματος, η πορνεία, η πείνα, δεν δείχνουν καθόλου ότι οι άνθρωποι αυτοί διέθεταν συνείδηση σοσιαλιστική. Το αντίθετο. Από την άλλη μεριά μπορεί να είναι αρχή αυταπάτης, από τη στιγμή που οι άνθρωποι αυτοί νομίζουν ότι η λύση του προβλήματος είναι η ελεύθερη αγορά, ο άγριος καπιταλισμός. Όλα αυτά σηματοδοτούν τις εξελίξεις στην Ευρώπη. Μια Ευρώπη των προσφύγων, όπου το πρόβλημα της προσφυγιάς επιτείνεται ολοένα και θα'ναι αυτό που θα χαρακτηρίζει τα μελλοντικά χρόνια.

Η ένταξη στην Ευρώπη υπακούει σε μια οικονομική επιταγή ενώ η έκρηξη εθνικισμού σε ένα κενό της ύπαρξης. Η μια τάση λέει, το συμφέρον μας είναι η ένωση και η άλλη ότι μπροστά στο κενό και στην έλλειψη συστήματος αναφοράς το μόνο που μας απομένει είναι η θρησκεία και τα σύνορα. Βεβαίως υπάρχει μια τεράστια αντίφαση. Αυτή την αντίφαση θα τη ζήσει με πολύ έμφαση η Ευρώπη τα επόμενα χρόνια. Γι'αυτό ούτε η Ενωμένη Ευρώπη θα πάει τόσο ομαλά όσο προβλεπόταν από τους σχεδιαστές της.

[...]

Υπάρχει μια επιστροφή, η οποία όμως δεν είναι της έννοιας ότι η Ιστορία κάνει κύκλους και επιστρέφει στο ίδιο σημείο. Η Ιστορία προχωρά με σπιράλ. Ωστόσο υπάρχει ανάγκη γέννησης ενός καινούργιου οράματος, ενός καινούργιου ουμανισμού. Θα'λεγα έτσι τολμηρά, μια εφευρεση ενός καινούργιου διαφωτισμού.

[...]

Δεν ξέρω τι μπορεί να προτείνει κανείς στη νέα γενιά. Εγώ από τη μεριά μου -αυτό που κάνει αυτή η ταινία μου, όπως και η προηγούμενη, είναι μια πρόταση ονείρου. Μια πρόταση ανακάλυψης μιας καινούριας ουτοπίας. Υπάρχει μιαφράση μέσα στο έργο. Υποτίθεται ότι ο Μαστρογιάννι σαν πρόσωπο μέσα στην ταινία έχει γράψει ένα βιβλίο και το βιβλίο τελειώνει με την εξής φράση: "Μερικές λέξεις-κλειδιά θα μπορούσαν να δώσουν ζωή σε ένα καινούργιο συλλογικό όνειρο". Υπάρχει ένα παραμύθι μέσα στην ταινία που μιλάει για την εποχή στην οποία αναφέρονται όλοι οι μελλοντολόγοι, γύρω στο 4000, που η Γη θα πλησιάσει πολύ τον Ήλιο και θα αρχίσει να καίγεται. Όταν λοιπόν θα αρχίσει να καίγεται η Γη, λέει το παραμύθι που εξιστορεί ο Μαστρογιάννι, οι άνθρωπο του πλανήτη μας θα πρέπει να φύγουν ο καθένας από το μέρος που βρίσκεται και θα βρεθούν όλοι στην έρημο της Σαχάρας όπου ένα παιδί θα αμολήσει ένα χαρταετό. Ο χαρταετός θα πάει πολύ ψηλά και θα χαθεί στο διάστημα. Όλη η ανθρωπότητα θα κρατάει από κάτι, ένα ζώο, ένα φυτό, λίγους σπόρους στάρι. Θα πιαστούν από το σπάγγο και θα φύγουν με το χαρταετό στο διάστημα σε αναζήτηση άλλου πλανήτη.

Ένα είδος κιβωτού του Νώε. Μέσα από αυτό το παραμύθι φαίνεται ότι ο μοναδικός τρόπος σωτηρία αυτού του κόσμου είναι να ονειρεύεται. Γιατί από τη στιγμή που δεν ονειρεύεται είναι άρρωστος.

Αυτή τη στιγμή φαίνεται ότι ο κόσμος όλος έχει φορέσει σκούρα γυαλιά και δεν βλέπει τίποτα. Δεν είναι έτσι. Ακόμη και όταν δεν αντιδρά, ακόμη και όταν δεν προφέρει τα χρώματα, ξέρει ότι υπάρχουν.

Ούτε αισιόδοξος ούτε απαισιόδοξος, βλέπω τα πράγματα πάντα σε σύνδεση με ένα παρελθόν και πάντα με μια ιστορική προοπτική. Γιατί αυτό που απουσιάζει σήμερα στη στάση των ανθρώπων είναι η ιστορική προοπτική. Όλοι έχουν μια αίσθηση τέλους, σαν πραγματικά όλα να τελειώνουν εδώ.

Θόδωρος Αγγελόπουλος

[από συνέντευξή του στο περιοδικό Επτάμισι, Ιανουάριος 1992]

*είναι η εποχή που παρουσιάζεται η ταινία του "Το μετέωρο βήμα του πελαργού"


0 σχόλια μέχρι τώρα

από την κατηγορία: του λόγου


το φλέγμα των χριστουγέννων

E-mailΕκτύπωσηPDF

Άνθρωποι χωρίς δουλειά μαζί με ανθρώπους που περιφρονούν αχάριστα τη δουλειά τους και τη βολή τους για χάρη αυτών που δεν έχουν δουλειά, κλαίνε τη μοίρα τους σε χορική διάταξη, επειδή δεν έχει περάσει ακόμα από τη χαλυβουργία ο πρωθυπουργός και ο δήμαρχος για να τους ευχηθούν και να τα φάνε μαζί.

Ευτυχισμένοι άνθρωποι, επιτυχημένοι και λαμπεροί -χωρίς δουλειά, αλλά από επιλογή και αυταπάρνηση- συμπάσχουν με το δράμα του λαϊκού ανθρώπου, που ανακουφίζει -έστω και πρόσκαιρα, έστω και συμβολικά- τις ενοχές τους για τη φοροδιαφυγή. Μία φωτογραφία, χίλια ευρώ.

Άστεγοι καταναλωτές στην άλλη άκρη του κόσμου περιμένουν συσσίτιο παπουτσιών συλλεκτικής σειράς δια χειρός Μάικλ Τζόρνταν και ειρωνεύονται με γέλια τρανταχτά τις ουρές στον υπαρκτό σοσιαλισμό και τους μαζικούς οδυρμούς των βορειοκορεατών για τον ηγέτη τους. Ούτε το κρύο φαίνεται να τους πτοεί, γιατί όλα λυγίζουν μπρος στο όραμα του παπουτσιού με αερόσολα.


Παλιά, οι δημοκρατίες μέσω των αγορών έβγαζαν και κανά (μαύρο) ψιλό για να ρεφάρουν τη χασούρα από τα πολιτικά κουσούρια των κοινοβουλευτικών εθίμων. Τώρα πια, οι αγορές μέσω των δημοκρατιών σώζουν την παρτίδα για όλους μας. Περίμενε στην ουρά για δουλειά, περίμενε στην ουρά για παπούτσια, περίμενε έξω από το νεκροταφείο μην και σκάσει κανάς πλούσιος και σου πετάξει ένα κόκκαλο.

Στο νεκροταφείο, ζωντανός νεκρός, περιμένοντας στην ουρά για δουλειά και λίγη κατανάλωση. Το πνεύμα των χριστουγέννων. Το πνεύμα γενικά.

1 σχόλιο μέχρι τώρα

από την κατηγορία: ζαχαρωτά

Σελίδα 1 από 5

περασμένα

Powered by mod LCA