13 Μάι 2013

η ευτυχία χορεύεται*

Εκτύπωση
περπατούσαμε όλη μέρα κι αποκαμωθήκαμε
κάποιος πήγαινε μπροστά
εγώ κάπου πιο πίσω ακολουθούσα, ήμασταν πολλοί
θυμάμαι ποιοι και πόσοι
και κάτι γίνεται σε μια στιγμή και με βρίσκω να'χω ξεστρατίσει
για τα καλά όμως
ούτε τις φωνές τους δεν άκουγα
ούτε καν τους ψιθύρους τους, να φανταστείς
ούτε την ανάσα τους δεν ένιωθα· αν είναι δυνατόν
ή πολύ μπροστά είχα προχωρήσει, θα'τρεχα φαίνεται
ή κάπου έμεινα ξεχασμένος, κάποιο λουλούδι θα μύρισα
σε κάποιο άλλο αιώνα θα αποκοιμήθηκα
που να θυμάμαι ποιο και πόσο
δεν θυμάμαι καν πόσο χρονώ ήμουνα
δεν θυμάμαι καλά καλά αν ήμουνα εγώ

είναι στιγμές που όλα σου'ρχονται στο μυαλό σωματικά
και σε αποκαμώνουν
νιώθεις τις σκέψεις στα χέρια σου
δεν ξέρω πως γίνεται αυτό, αλλά σου μιλάω τώρα και τρέμω ολόκληρος
σωματοποιούνται οι σκέψεις ξερωγώ
κάτι σαν πυρετός παντού, δεν είμαι καλός στις παρομοιώσεις σχώρα με
είναι καιρός τώρα που θέλω να εξομολογηθώ
αλλά όχι ντιβάνια και παπάδες και μπλα μπλα
να βγω στη βροχή ουρλιάζοντας και κλαίγοντας
φωνάζοντας συνθήματα, ρίχνοντας καρέκλες στο πουθενά
αναποδογυρίζοντας κάδους, σμπαραλιάζοντας τον αυχένα μου
κρακ κρακ κρακ σε κάθε κίνηση
να διαλύομαι, κρακ κρακ
να βγάζω κραυγές που να κρατάνε όσο η νύχτα
κραααακ, πάρτα καραγκιόζη
έτσι, και να καίγομαι παράλληλα
κι ό,τι μείνει όρθιο απ'αυτό
αυτό να είμαι
καθαρός

λέει η καλή η φίλη πως για όλα φταίει κάποιο αξιωμένο βλέμμα
κάτι που ίσως με κοίταξε και με άλλαξε
γίνεται να αλλάξεις και μόνο από το κοίταγμα των άλλων
άκου να δεις πράματα
κι έτσι αρχίζεις, λέει, την κατιούσα μέχρι να βρεις ίσιωμα
κατιούσα εγώ ξέρω πως είναι ρώσικο τραγούδι
τραγουδισμένο στα σοβιετικά
στη γλώσσα της αγκαλιάς του κόσμου
άλλη ημιτελής γλώσσα κι αυτή

τι ταμπόν τι ταμπού, με την ίδια στολή προσπαθείς να μ'εξηγήσεις
αλλά δραπετεύω συνέχεια σαν το μπάσταρδο
που δεν μπορεί να κάτσει τον κώλο του σε μια λέξη
να βρει μία ρε παιδί μου και να τον περιγράφει
να πεις κάτι και να'ναι αυτό
αμάν πια με αυτές τις συνεχείς αναχωρήσεις
τσάο ραγκάτσι τσάο ψέλνει από το σαλόνι ο Τσελεντάνο
κι εγώ ακούω τσαρλατάνο
τον τσαρλατάνο μέσα μου, που με κοροϊδεύει
και με τις δύο έννοιες· με ξεγελά και με περιγελά
ο αλήτης
ξεγελασμένος από μέσα

ξέρεις τι'ναι να σου'ρχεται όλη η ζωή στη μούρη;
ξέρεις πόσο ανυπόφορη είναι ώρες ώρες η ευτυχία;
έχεις ιδέα πόσο δυστυχισμένο μπορεί να σε κάνει;
δυστυχισμένος θα πει χωρίς διέξοδο· χωρίς το άνοιγμα

είμαι τόσο καλά που θέλω να βάλω τα κλάματα
να'μαι μόνος χαράματα
πάντα μόνος είσαι τα χαράματα
α ρε γονίδη ποιητή
να'σαι μόνο χαράματα
αυτά είναι στόχοι
αυτή είναι μοίρα

γονίδης και λίγο κάφκα
να μιλάς μόνο με χρησμούς και επιθυμίες
και ακατάληπτα ξόρκια
εσένα θέλω μόνο αλλά δεν έχω χρόνο
είμαι μόνο χαράματα





[δικό μου ή του Μαγιού, Αθήνα]